Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Tα blues τns Iskandariya (1)








Κάποιο πρωί θα βγεις από το λήθαργο και θα μοιάζεις με ναό. Σιγανά λικνίσματα από χρυσούς μίσχους θα γνέθουν αόριστα έναν περίπλοκο ιστό χαράς. Βαμβάκια, συντρίμμια, ολόλευκα νέφη, μεγεθύνουν τα οράματα της ημέρας «αφύκτοις τόξοισι». Η χαμηλή φωνή της Περσεφόνης που θ’ αναδύεται από το πηγάδι… Κάποιο πρωί θα ξυπνήσεις, δυσπιστώντας ίσως για λίγο στο βάθος της ψυχικής σου διαδρομής, και θα αναρωτιέσαι, και δεν θα μπορείς να εξηγήσεις γιατί βλέπεις δελφίνια να χορεύουν στο δάσος και λιοντάρια να κολυμπούν στο βυθό. Αγνοώ, ποιος πρωτοστατεί σε τέτοιες πλεκτάνες αλλά δεν είναι ικανός πια να με αποπροσανατολίσει. Κάποιο πρωί μαζί θα ξυπνήσουμε στον ανατολικό λιμένα της Σαντζαγιούλ, και θα πάρουμε το δρόμο για τη Μαζαρίτα ή και αντίθετα για το Φρούριο των Μαμελούκων του Κάιτ Μπέη. Εκεί που κάποτε έστεκε ο πιο μοιραίος Φάρος της Ισκανταρίγια. Θα πάρουμε το τρένο για το φτωχό Σάτπι. Ξέρεις πως η πιο επίμονη συνήθεια των Αιγυπτιωτών ήταν να φτιάχνουν καφενεία για δικούς τους ή ξένους πασάδες και να παίζουν ντόμινο; Θ’ αγαπιόμαστε τότε στ’ αλήθεια. Θ’ ανοίξουμε παλιά κιτρινισμένα άλμπουμ και η μελαγχολία του μαυρόασπρου θα περιφέρεται ανάμεσα στα κλειδωμένα δωμάτια. Σ’ έναν κόσμο σφραγισμένο, ξεχασμένο και αθέατο, κάτω από τη σκόνη των ραφιών. Κάποιο πρωί, αγαπημένε μου, ανεξέλεγκτα βήματα θα μας φτάσουν στο Σουγκιόμα στο παζάρι της Παρασκευής. Το πιο άθλιο και πιο γοητευτικό παζάρι της Μέσης Ανατολής. Σε μια γωνιά, οι συγγενείς θ’ αποχαιρετούν μια νύφη, τραγουδώντας, στην καρότσα του φορτηγού. Ανάμεσα σε πυκνά φοινικόδεντρα-διάφανα σαν γυαλιά- θα δούμε τη χρυσή αράχνη να χορεύει. Το κοραλλένιο φίδι να ψάχνει για νερό σ’ ένα αναποδογυρισμένο φύλλο. Μια σαύρα ν’ αλλάζει δέρμα τρίβοντάς το στις πέτρες. Η κάμπια να τραγουδάει στα νεύρα της επιφάνειας ενός νούφαρου του Νείλου. Κι εμείς θα παίζουμε ακόμη τη σκηνή στην Καζαμπλάνκα «Of all the gin joints in all the towns in all the world, she walks into mine». Αλλά δεν θα έχουν πια καμιά σημασία οι μεταμορφώσεις. Σ’ αυτή την Καμαλική έρημο, ένα στοργικό επιτέλους βράδυ, θα νιώσουμε τα αγγίγματα από τους βαθυγάλανους πέπλους της ποίησης της νύχτας. Γιατί θα έχουμε γίνει ένα κατευνάζοντας όλους τους θυμωμένους θεούς, εξημερώνοντας όλους τους θυμούς και άλλες χειρότερες σκοτεινές δυνάμεις. Κι επειδή θα έχουμε αποκλείσεις τις αναγκαιότητες που επιβάλλουν σχήματα και εικόνες που κλείνουν τη σκέψη σε ισόβιες ιεραρχίες θα δούμε τους θεούς πεπερασμένους. Οι μύθοι δεν έχουν σιγήσει ακόμη.
Όπως γίνεται σε όλα τα ρομαντικά δράματα, οι ερωτευμένοι όρκοι έντασης κι απόγνωσης παραληρούν από ευδαιμονία. Αφού δεν έχω περιθώριο να διορθώσω τα λάθη μου, αφού δεν υπάρχει η δυνατότητα να αποκαταστήσουμε όσα χάσαμε μαζί τόσα χρόνια, απαξιώνω όλες τις νίκες, γνωρίζοντας τις νευρικές ευαισθησίες, και διαλέγω εκείνον τον παράδεισο που κρατιέται γερά από την καύτρα του τσιγάρου.



* Tράνζιτο δωματίου