Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Nεiλos






















Πάει καιρός που στον ύπνο του βλέπει
όλο τον Νείλο να εκβάλλει στο μπάνιο.
Ως τον νιπτήρα κολυμπάει ή έρπει;
Τρία τσιγάρα και τούτο το δάνειο.


Κάποιο πλωτό στην μπανιέρα ζυγώνει
Άναψε η ράμπα του, πανιά ανοίγει.
Τρέχει η βρύση και τον ξεσηκώνει.
Αυτό το ταξίδι, λέει πως επείγει.


Μέσα του, τ’ άσπρο με μαύρο ισούται.
Δεν ξεχωρίζει καθόλου το χρώμα.
Ούτε μια αλήθεια μικρή, θαύμα ούτε,
Έστω ένα ψέμα, σωσμένο από πιόμα.


Σκόρπιο αεράκι τον ύπνο αγλαϊζει.
Μα το ποτήρι γεμίζει με κώνειο.
Μία γουλιά κι η ζωή του θ’ αγγίζει
το άλλο άκρο στη διαγώνιο.


Σβήνεται ο Νείλος, αργά, σαν σε σέπια.
Τον καταπίνει η βρομιά στο σιφόνι.
Το σώμα κάλυψαν πελώρια λέπια.
Ξυπνάει πιασμένος στην ίδια αγχόνη.


* Tραγούδι