Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Iσπαvιkή ψάθα





στον Γιάννη Στίγκα

I.


Απόψε εν Αθήναις με βροχή
την τάδε του μηνός
ο κηπουρός απεβίωσε
και αναπαύεται εν ειρήνη.
Καλύτερα έτσι.
Δεν θα ξανάπλενε τα χέρια της.
Δεν θα τα ξαναφιλούσε.
Δεν θα ξανατάιζε τα καναρίνια στο στόμα.
Δεν θα χρειάζεται ν’ ακούει κι άλλα
για τα ψυχανθή, τον Χόλουμπ
τη Σιμπόρσκα με τάξη και ησυχία θα
έβγαζε τα καρφιά από τους τοίχους.
Κατεβάζει τα κλουβιά.
Γλίτωσε τα έξοδα. Κυρίως τις σκέψεις.
Αυτές σου ρουφάνε το αίμα.
Η μία μέσα στην άλλη και ξανά
η δεύτερη που γίνεται τελευταία
και η τελευταία πρώτη
σαν ρώσικες κούκλες.
Το λιβάδι τεντώνει τα χόρτα του
προς το μέρος μου απλώνουν τόσο πολύ
το πράσινο σαν υστερική σιωπή.


II.


Μια μπουκιά από δαμάσκηνο.
Η φωνή σου.
Ξαναλέω. Ξαναγράφω.
Σύντομα όπως τα όστρακα
Σύντομα όπως τα έντομα.
Οι τρεις λάμπες μου κι εκτός
από σένα κανείς.
Ο πυρετός σε αντηχείο η
ασετιλίνη η αδυναμία σου
στον τράχηλο των θάμνων
ένα δαμάσκηνο στο χωράφι
δεν υπάρχουν περαστικοί.
Κι όλα αυτά πάνω σε μια
ισπανική ψάθα.


III.



Δεν υπάρχουν περαστικοί. Ούτε ένας.
Αν όμως πράγματι υπάρχει εκείνη
η λιμνοθάλασσα αν είναι αλήθεια
η Νηρηίδα που στάθηκε απέναντί σου
καπνίζοντας. Αν όντως
«Τον Ιούλιο κάποτε μισανοίξανε
τα μεγάλα μάτια της μες στα σπλάχνα »* σου
κι ήταν μούσκεμα ως το κόκαλο
αέρας βροχή λιακάδες κακό
δεν νομίζω να θέλει
τις στάσεις πριν το τέρμα
αλλά την αλυκή ολόκληρη.
Αυτά κι ένα κονιάκ μεταξύ μας
χιλίων αστέρων προκειμένου
να μη με ξαναρωτήσεις γιατί καπνίζω
γιατί κλαίω γιατί γελάω γιατί ταξιδεύω
στην άγονη γραμμή.
Με τέτοιες ερωτήσεις
θ’ αργήσουν τα πουλιά
για την Αμοργό
τα τσιγάρα θα χαϊδεύουν
άλλους πνεύμονες


Κι από μένα?
Κι από σένα ναι.
Κατράμια.



 

* Οδυσσέας Ελύτης
Της αγάπης αίματα