Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Xιpoσiμα





 Η Ματίλντε Ντεμπόβσκι, στην κρυψώνα της, αποφασίζει να γράψει το βίο του, που πυκνώθηκε σ’ ένα καλοκαίρι, κοιτώντας τον από μακριά. Στη Χιροσίμα πειραματικά διαθέσιμος, στο Ναγκασάκι, μεσημβρινός έφηβος, στο Γκουαντανάμο, μιλά ακαταλαβίστικα, με τον ιερό καπνό να σχηματίζει μέσα στο κεφάλι του δαχτυλίδια από αστρικές πληγές. Και στην Αθήνα, η πεταλούδα στον ορό, χορεύει μεθυσμένη και λιποθυμά. Έτσι καρφώνεται αθέλητα στο νυστέρι. Πότε, τα αισθήματα, από περιοδεύοντα γίνονται στέρεα; Πότε εμψυχώνεται το κέρμα για να μην πέσει όπως όπως στην κρήνη; Θα μπορούσε να θυμάται πώς είναι, όταν αγαπάει κι όταν μισεί. Θα μπορούσε να τον συγχωρεί, αν ο θεός του δεν ήταν αλύγιστος και αν δεν γεννιόταν εξωσωματικά. Από μια ροή υπαινιγμών μαθαίνεις να ακουμπάς τελικά, ό,τι έχεις αγαπήσει. Με μια αλλόκοτη και βραδεία τρυφερότητα. Τους ανθρώπους σου, τις πολιτείες, τα φράγματα, τα ένδοξα χαρτιά σου, τα άδοξα μολύβια. Είναι πιο δύσκολο όταν ενώπιόν σου έχεις σώματα συμπαγή και στεγανά. Δίχως πόρους ώστε να μπορεί από κει να διαφύγει λίγο ρίγος, λίγος ιδρώτας, κάποια έκκριση αισθήματος. Το αλάτι εγκλωβίζεται και πέφτει βαριά πάνω στους τραυματισμούς, τα βλέφαρα χαμηλώνουν και σε δευτερόλεπτα, διαμορφώνεται η προτίμηση στα πτερόεντα. Λιώνει το χαρτί στη χούφτα κι είναι σαν ατσάλι. Κόβονται τα χέρια. Ματώνουν. Κοχλάζουν πυρακτωμένα κωνοφόρα. Ξεφλουδίζονται οι κορμοί. Μαζεύονται έντρομα τα άμφια των φύλλων και ζαρώνουν.
Θα πρέπει να γίνεις μάγος ή ποιητής και με αγριμική ορμή να δοθείς στα ζωοδόχα οράματα. Για να είσαι έτοιμος, όταν επιτέλους ξημερώσει, όταν θα σμίξει κατάφωρα το σκοτάδι με το φως και το νερό θα κυλάει στους μηρούς σου να πάρεις από το καλοκαίρι όλες τις εποχές για την ανάταξη των τραυμάτων. Αλλιώς θα είσαι ισόβια αιχμάλωτος του ίδιου πολέμου.




*Tράνζιτο δωματίου