Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Μιχάλης Γκανάς, Δαχτυλιδάκια γαλανά





 
Στο γιαλό που του φύγαν τα καϊκια
και του μείναν τα κρίνα και τα φύκια,
στ' όνειρο του πελάου και τ' ουρανού
άνεργη τη ζωή να ζούσα κι έρμη,
βουβός, χωρίς καμιάς φροντίδας θέρμη,
με τόσο νου,

όσος μου φτάνει σα δέντρο για να στέκω
και καπνιστής με τον καπνό να πλέκω
δαχτυλιδάκια γαλανά.


Ήταν η εποχή που μαθαίναμε τα ποιήματα από στήθους. Και το κάπνισμα.
Πήγαινα απογευματάκι στη Ράχη του Νόπλου, για να μη με βλέπουν οι δικοί μου, ο πατέρας κυρίως, κάπνιζα και φώναζα ποιήματα στον αέρα. Γύρω βουνά. Μπροστά μου η Ταβέρα όλο πουρνάρια, δεξιά η Σταρόδα γυμνή κι ανάμεσά τους ο Κόζιακας, απόκρημνη χαράδρα, που στο βάθος της κυλούσε η Λαχοβίστα. Πίσω μου η Μουργκάνα, άλλοτε με χιόνια στην κορυφή κι άλλοτε με το πράσινο χνούδι του τσαγιού, αυτό που πουλούσαν στην Αθήνα σε ματσάκια καιτο λέγανε "τσάι του βουνού".

Έτσι ήμουνα κι εγώ τότε, ένα μάτσο νεύρα, δεμένα με αόρατους σπάγγους, ένας "άνθρωπος του βουνού" στην πρωτεύουσα. Μιλάω για το 1962, μόλις είχαμε έρθει στην Αθήνα για σπουδές, εκ Φιλιατών Θεσπρωτίας ορμώμενοι, και αρχίζαμε μια επίζηλη καριέρα καπνιστή με εντυπωσιακές επιδόσεις.

Ο Θεόφιλος κάπνιζε Sante.
H "θεά" του ωραίου κόκκινου πακέτου ήταν η μόνη γυναικεία παρουσία στη συντροφιά μας. Πολλά χρόνια μετά, είδα το ίδιο πακέτο στα λεπτά χέρια της Ζυράννας. Της ζήτησα ένα τσιγάρο και το κάπνισα μέχρι που καήκαν τα δάχτυλά μου. In memoriam.
Ο Γεράσιμος κάπνιζε "Άρωμα", είχαν κιτρινίσει κιόλας τα δάχτυλά του, τον ζήλευα όσο να 'ναι που 'δειχνε θεριακλής στα 19 του. Μέναμε στο Μοναστηράκι, Ερμού 73. Μοιραζόμαστε ένα δυάρι-γραφείο, όχι διαμέρισμα- με κάποιον χρεωκοπημένο έμπορο. Ακούγαμε από την ξύλινη πόρτα που μας χώριζε απεγνωσμένα τηλεφωνήματα και τον πρωινό του τσιγαρόβηχα. Τι να κάπνιζε;
Στον ίδιο όροφο, εκτός από την κοινόχρηστη τουαλέτα, υπήρχαν ένα ραφείο κι ένα μικρό ξυλουργείο. Η μυρωδιά του ξύλου γλυκειά, αλλά μας τρέλαινε το σκούξιμο της κορδέλας. Ο ξυλουργός, Αιμίλιο τον λέγανε, Πειραιώτης, μας θαύμαζε. " Α, ρε ηπειρωτάκια", μάς έλεγε "μπράβο σας". Δεν έμαθε ποτέ ότι αφήσαμε τις σπουδές μας σύξυλες κάπου στη μέση.

Εγώ καπνίζω "Άσσο" σκέτο από τότε. 36 χρόνια καπνιστής και δε λέω να βγω στη σύνταξη.
Ο Γιώργος κάπνιζε "Special Hellas". Ο άλλος Γιώργος καπνίζει "Άρωμα", ανακατεύοντας συνεχώς τα πλούσια μαλλιά του, καθώς μιλάει. Είναι φορές που ο καπνός του τσιγάρου μοιάζει να βγαίνει από κει μέσα. Τώρα που το σκέφτομαι, μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου καπνίζουν άφιλτρα. Είμαστε ποτισμένοι νικοτίνη, ασφαλτοστρωμένοι, μανιώδεις καπνιστές, που λέγανε παλιότερα.

Ο παππούς μου ξύπναγε τη νύχτα για να κάνει τσιγάρο, το 'κοψε στα 80, πέθανε στα 91, από γεράματα.
Κοιτάζω το πακέτο μου και διαβάζω: Νικοτίνη 1.0 mg, Πίσσα 15 mg, ενώ το υπουργείο Υγείας προειδοποιεί: Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία.
Ανάβω τσιγάρο και σκέφτομαι: Αν έβλεπα αυτήν την προειδοποίηση σ' ένα κουτί μπισκότων, θα συνέχιζα να τα τρώω; Γιατί συνεχίζω να καπνίζω;
Δεν έχω απάντηση. Έχω τα τσιγάρα μου, τον καφέ και το λευκό χαρτί μπροστά μου. Έχω ψίχουλα καπνού στα χείλη, κάτι που δεν υποφέρουν όσοι καπνίζουν αυτά με τα φίλτρα. Τα μασάω και γεύομαι την πικρή τους στιφάδα. Πίνω μια γουλιά καφέ και τραβάω βαθειά ρουφηξιά. Ο καπνός χαϊδεύει το αναπνευστικό μου, η ανάσα- περιέργως- πλαταίνει. Εκπνέω. Ένα μικρό άσπρο σύννεφο ανεβαίνει προς το ταβάνι και μπερδεύεται με το γαλάζιο νήμα κανπού που βγαίνει από την κάφτρα. Αναθρώσκω ολόκληρος. Κάιν και Άβελ μαζί, φονιάς και θύμα και ικέτης. Αποδημώ από τον παράδεισο των μη καπνιζόντων.

Λίγο πριν κοιμηθώ, αργά το βράδυ
ανοίγει κάποια πόρτα στο σκοτάδι
κι ακούω μες στο στήθος μου γατάκια
που κλαίνε σε αυλές και σε σοκάκια,

μέχρι να βρούνε στο μαστό του ύπνου
το ρόφημα του βλαβερού τους δείπνου,
θηλάζοντας την πίσσα της ημέρας
στη ρώγα μιας αόρατης μητέρας.

Βυθίζομαι μαζί τους λίγο λίγο
στης νύχτας την τυφλή δικαιοσύνη
και σ' έναν εφιάλτη καταλήγω.

Ιαγουάροι, μαύροι έχουν γίνει
κι αλαφιασμένος τρέχω να ξεφύγω
σε στέππες που αχνίζουν νικοτίνη.

Πίσω από καθετί που έχω γράψει, υπάρχει πολύς καπνός. Πίσω από καθετί που έχω διαβάσει, που έχω ζήσει, υπάρχουν πολλά σπίρτα, πολλοί αναπτήρες που τους ανάβω, όπως οι νέοι στις συναυλίες, μικρές φλόγες που τρέμουν στον αέρα όσο κρατάει το αγαπημένο τραγούδι. Υπάρχουν πολλά φωτισμένα περίπτερα μέσα στη νύχτα που πουλάνε μόνο τσιγάρα. Γιατί όλα θέλουν τσιγάρο.
Ο καφές θέλει δυο-τρία, το ποτό θέλει πακέτο, η μοναξιά θέλει κούτες, η παρέα κι αν θέλει...Στην κουβέντα, στο γλέντι, στον έρωτα, στη χαρά και στη λύπη, στο βουνό, στη θάλασσα, στον αέρα- μόλις σβήσει η φωτεινή επιγραφή-, στο σπίτι, στη δουλειά, στο γράψιμο, στο διάβασμα, μέρα και νύχτα, παντού και πάντα, άνθρωποι που αφήνουν τολύπες καπνού στον αέρα.
Οι καπνιστές. Μια φυλή υπό διωγμόν, που στέλνει απεγνωσμένα μηνύματα, όπως οι Ινδιάνοι, ή ήρεμες προσευχές σ' ένα Θεό που πρέπει να καπνίζει πούρο ή πίπα.

Κάποτε το 'κοψα για ένα χρόνο. Ένα χρόνο παρά δεκαπέντε μέρες. Τους πρώτους εννέα μήνες δεν μου 'λειψε καθόλου. Έγινα άλλος άνθρωπος. Βέβαια...Πήρα 10 κιλά, κόντεψα τα 100,έτρωγα περισσότερο, έπινα περισσότερο και φούσκωνα, σιχάθηκα τον εαυτό μου. Όταν το ξανάρχισα, με βλέπει ο γιος μου, "τι κατάλαβες", μου λέει, "και παχύς και καπνιστής τώρα".
Και παχύς και καπνιστής. Ίσως γι' αυτό δεν είπα σε κανέναν "κόψ'το" σαν τους νεοφώτιστους μη καπνιστές, που προσπαθούν να μας φέρουν στον ίσιο δρόμο. Αφήστε μας κύριοι, λες και δεν ξέρουμε τι μας γίνεται. Κάνουμε ν' ανέβουμε τρία σκαλάκια και μας κόβεται η ανάσα, ακούμε "γατάκια" να ρονρονίζουν στο στήθος μας μέρα και νύχτα, πάμε κανένα ταξίδι στο εξωτερικό και μας δίνουν τραπέζι δίπλα στις τουαλέτες, πάει ο άλλος να εγχειριστεί στο Λονδίνο και οι γιατροί δεν τον δέχονται αν δεν υπογράψει δήλωση μετανοίας... Σαν τους αριστερούς του '50 είμαστε, σε λίγο θα μας διώχνουν από τις δουλειές μας, θα μας εξορίζουν σε νησιά της άγονης γραμμής, ποιοι, οι μη καπνίζοντες. Ούτε όνομα δεν έχουν. Πού ακούστηκε οι ορθόδοξοι να ορίζονται κατ' αντιδιαστολήν προς τους αιρετικούς; Είμαι άδικος ; Είμαι. Κακό του κεφαλιού μου.

Είναι και οι παθητικοί καπνιστές.
Πριν επινοηθεί ο όρος, είχα πάει στο σπίτι μιας θείας μου που είχε χηρέψει πρόσφατα. Μου 'κανε καφέ, άναψα τσιγάρο και θυμάμαι σαν τώρα που ανάσαινε βαθιά τον καπνό και μου είπε: "Να 'σαι καλά παιδάκι μου, μύρισε το σπίτι μου άντρα". Ο θείος μου κάπνιζε σαν φουγάρο και η θεία ήταν παθητική καπνίστρια 50 χρόνια, αλλά δεν το 'ξερε.

Ξεκινώντας, δεν σκόπευα να γράψω έναν ύμνο στο κάπνισμα. Γνωρίζω τις βλαβερές συνέπειες του καπνού, από πρώτο χέρι, αλλά δεν θέλω να κόψω αυτήν τη συνήθεια που στο κάτω κάτω βλάπτει μόνον εμένα. Τόσα πράγματα μας βλάπτουν άλλωστε. Αυτά που τρώμε, αυτά που πίνουμε, ο αέρας που ανασαίνουμε.
Καθώς θυμήθηκα τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα και τον Θεόφιλο, που έφυγε πολύ νωρίς, τον Παντελή, που έφυγε αργότερα, και άλλους και άλλα, διαπίστωσα για μια φορά ακόμη ότι και η μνήμη βλάπτει σοβαρά την υγεία.
Κόβεται όμως; Kι αν κοβότανε, με λοβοτομή ας πούμε, τι ζωή θα ζούσαμε;