Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

To αρνάκι, Άννα Παυλίδου





Ξημερώνει και το καράβι αχνοφαίνεται να πλησιάζει τη Σκάλα. Από  εδώ βλέπω καθαρά την αυγή. Ο ήλιος απ’ τη μια κι απέναντι το βουνό.

Η μάνα αιώνες πριν με έκανε να το δω. Μου έβαλε ένα πρωινό  μιαν ανάγκη και τρία δαμάσκηνα απ’ το δέντρο μας στις τσέπες , μια μπλε κορδέλα στην μακριά μου πλεξούδα και μ’ ανέβασε στο καΐκι .
«Σαν σε είδα πάνω στο σκαρί, αποφάσισα να ρίξω ανάμεσα το βουνό- δώρο και στις δυο- να μην πονάμε. Έπειτα κρεμάστηκα στην άγκυρα και γύρισα στο σπίτι και μήτε δέντρα και βασιλικούς επότισα, μήτε πεζούλι άσπρισα ως να έρθεις» μου λέει – και λέει αλήθεια – γιατί μόνο τώρα που είμαστε συνομήλικες και συγκατοικούμε ορφανές το σπίτι, η δαμασκηνιά, τα μυριστικά κι οι ορτανσίες, πήραν τα πάνω τους και τα πεζούλια αστράφτουν το λευκό των κυμάτων …
……………………………………………………………………………
Ακούω το καράβι να σφυρίζει… έπιασε στο λιμάνι…
Θέλει μισή ώρα περπάτημα ως να ανέβει κάποιος στο χωριό…
…………………………………………………………………………….
Θυμάμαι πως δεν καταλάβαινα τον τόσο πόνο.
Άλλωστε το ’χαμε συμφωνημένο από πριν γεννηθώ.
Εμέ, παιδιά και φίλτρα μητρικά δεν θα με γήτευαν.
Και την κράτησα τη συμφωνία ως τα τώρα…
Μου έφτανε που έπαιζα με την μικρή της διπλανής αυλής. Την έβαζα στο σπίτι που δούλευα και την άφηνα να χαϊδεύει τα βιβλία του Γιατρού – έτσι φώναζα τον αφέντη μου, με την ιδιότητά του – αργότερα της τα έδινα να τα διαβάζει - κι εκείνη με άφηνε και έπλεκα τα δικά της μαλλιά σε μακριά πλεξούδα, ίδια με τη δική μου. Καμιά φορά την στόλιζα με κορδέλες και τις πιο πολλές φορές τη φώναζα «αρνάκι» αφού, καθώς καθόταν ήσυχα πάνω μου, θύμιζε το μικρό αρνάκι που έμεινε συντροφιά της μάνας σαν έφυγα απ’ το νησί…

Γελούσε εύκολα και αυτό το γέλιο με βοηθούσε να σκάβω το βουνό, να βγαίνω στο πέλαγος , να κολυμπάω  με δελφίνια και φώκιες στον παιδικό μου κήπο ώσπου να το συναντήσω πάλι…

Μια φορά μάλιστα σκέφτηκα ότι μπορεί να το αγαπούσα πιο πολύ απ’ όσο πίστευα. Ήταν όταν η γυναίκα του Γιατρού, σε μια επίσκεψή από την πατρίδα της-ήταν ξένη-, του έφερε δώρο μια κούκλα. Κούκλα με πραγματικά μαλλιά, ρούχα της μόδας, δυο – τρία δισκάκια με παιδικά γαλλικά τραγούδια που έμπαιναν σε μυστικό πικάπ στην πλάτη της, ένα θαύμα. Το θυμάμαι να ανοίγει το κουτί της κούκλας τρέμοντας από προσμονή να μπει στο μαγικό κόσμο του παιγνιδιού. Μια λαχτάρα το φώτιζε όλο! Μέχρι που αντάμωσε το βλέμμα μου. Δεν ξέρω ένα οκτάχρονο παιδί τι μπορεί να διάβασε εκεί μέσα – εμένα ανάποδα να με κρεμάσεις, πως ήμουν βουρκωμένη από χαρά για κείνο θα ισχυρίζομαι…. Το αρνάκι, όμως, έκλεισε το κουτί, το πήρε αγκαλιά, είπε ευχαριστώ και αν μπορώ να βασιστώ στο λόγο της μάνας της, δεν το ξανάνοιξε… Το ίδιο βράδυ σαν με καληνύχτισε στην αυλή τους -«καθόλου δεν μου αρέσουν οι κούκλες» μου ψιθύρισε σκύβοντας το κεφάλι. Το φίλησα και, πρώτη φορά, κάτι παράξενο σκίρτησε
μέσα μου.
Ήμουν κοντά πενήντα τότε και είχα αφήσει πίσω χρόνια σκληρής δουλειάς, ζεστά απογεύματα με ιδρωμένες γειτόνισσες σε φρεσκοπλυμένες αυλές, ιστορίες πλεγμένες  με το βελονάκι σε ξένα προικιά, κεντήματα σ’ ένα μέλλον που δεν διέκρινα, ευωδιές ακακίας στις όχθες του χειμάρρου και μια διπλή ζωή.
Γιατί, τώρα το λέω σ’ άλλον έξω απ’ τη μάνα, έναν αγάπησα. Παράνομα, παράφορα, αλλά έναν. Το αφέντη μου. Σαν θάνατο. Έως θανάτου…
Τις νύχτες όμως, στην άλλη μου ζωή. Τότε έλυνα τα μαλλιά πίσω από κλειστά παράθυρα, ακουμπούσα τα μάτια μου στα χέρια του και κολυμπούσα σε όλα τα καλοκαίρια. Τα λόγια κι ο έρωτας με ταξίδευαν σε απόκρημνες κορφές, με έγδυναν από όλες τις σκέψεις, με μάθαιναν να βουτάω στο κενό ως, σχεδόν, τη λύτρωση και με άφηναν μόνη ακριβώς τη στιγμή που με ένα «μαζί» ήθελα να ζήσω ενωμένες τις δυο μου ζωές, στα όνειρα, έστω.
Αποκοιμιόμουν κλαίγοντας –με χορτάτο κορμί και πάντα  άσβεστη δίψα για αγάπη… Σ’ αυτόν τον ύπνο έμαθα πως δεν ψάχνουν στον έρωτα την αγάπη.
Τέτοιες στιγμές, έμπαινε η μάνα αθόρυβα στο δωμάτιο. Με νανούριζε με τραγούδια που ποτέ δεν θυμήθηκα ή κατάλαβα στο φως της μέρας, με έλουζε με θαλασσινό νερό  και στερέωνε καινούργιες μπλε κορδέλες στη πλεξούδα μου.
Ξυπνούσα στην άλλη ζωή, πάλι μόνη, παράταιρα για την ηλικία μου χτενισμένη…
Θυμώνω σήμερα σαν την ακούω: «ποτέ δεν σε είδε» - μα όπως πάντα, αλήθεια λέει. Μόνη ανέβηκα τους γκρεμούς, μόνη έψαξα στις θαλασσινές σπηλιές, μόνη συναπαντήθηκα με τη ζωή μου. Εκείνος σε άλλες ανάγκες και αισθήσεις βασίστηκε. Ποτέ δεν με κοίταξε στα μάτια που οι γειτόνισσες έλεγαν πως είναι η πόρτα της ψυχής... Όχι πως δεν έκλαψα γι αυτό, αλλά όρκο πως πόνεσα δεν παίρνω… Από τότε που ο βυθός σκέπασε τον πατέρα, είπα όχι στον πόνο που τύλιξε το σπίτι. Πέρασα απέναντι με απόφαση να αντέχω.

Πέθανε πρώτος.
Εκείνες τις μέρες, οι δρόμοι ξερίζωσαν τα λουλούδια και τα δέντρα από τις αυλές, οι γειτόνισσες τέλειωσαν  με τις ιστορίες και έπλυναν όλα τα προικιά - και τα παιδιά, μαζί και το αρνάκι έφυγαν για σπουδές …
Πριν έρθει η οικογένειά του από την Ελβετία, τον φίλησα, έγραψα ένα γράμμα να πάρει στους δικούς μου, τον έθαψα, έβαψα άσπρη την πλεξούδα μου στα δάκρια και άλλαξα χτένισμα. Με αυτή την σειρά.
Στη μάνα έγραφα «γυρίζω στο νησί». Και γύρισα.

………………………………………………………………………..
Το καράβι θα μείνει δεμένο ως το απόγευμα.
Την βλέπω να ανηφορίζει. Φτάνει σιγά-σιγά.

Φωνάζω στη μάνα να βιαστεί κι εκείνη μου χαμογελάει
καθώς ανάβει το καντήλι. Από τότε που  προσευχόμαστε στον άγγελο των απλών πραγμάτων, βρήκαμε τρόπους
να μιλήσουμε για τα ανείπωτα και να ημερέψουμε τα ανήμερα…
Βάζω στο δίσκο μια κανάτα με νερό απ’ το πηγάδι, καφέδες για τρεις και σ’ ένα βάζο με γιασεμί φυτεύω τα κουκούτσια από τα δαμάσκηνα του πρώτου μου ταξιδιού…

Εκείνη σχεδόν έφτασε. Κρατάει τα βιβλία που της δάνειζα και δώρο ένα κόκκινο μπαλόνι.

Μιας γενιάς χρόνους  περιμένουμε…
Τώρα καθόμαστε, σαν σκανταλιάρικα παιδιά, αποκαμωμένα από πανάρχαια παιγνίδια - γι’ αυτό παράλογα φρόνιμα, στο πεζούλι κάτω από την δρακοντιά, δίπλα σε ανθισμένους βασιλικούς και παχύφυλλες μνήμες.

« Να η κόρη μου» θα πω σε λίγο στη μάνα, θα φιλήσω το «αρνάκι» μου και, εγώ, η Ελένη, θα φύγω …
 με περιμένουν να παίξουμε τα «μήλα» τα άθαφτα όνειρα μου.