Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

























Τις Τετάρτες πνέουν άγριοι άνεμοι από τον Ψηλορείτη. Καρφί αριστερά. Καρφί δεξιά. Παντού θεός. Στους σταυρούς άπλωσαν πανάρχαια βρόμικα ρούχα που ανάμεσά τους κοιμήθηκε μια πυρκαγιά. Κάθε μέρα σκονισμένα παυσίλυπα και στο τέλος της ανηφόρας να είσαι αυτός που πάντα ήσουν. Στο Ιδαίο, αυτές τις ίσαλες Τετάρτες, αναγορεύεται κάποιος σε δολοφόνο μου. Στον αριθμό που λήγει το σκαλοπάτι του, μια αιωρούμενη κάμαρα στομώνει το μάτι της βελόνας. Και μια ντυμένη στα λευκά, η αγάπη. Κι εκείνοι που ζουν από υποσχέσεις. Κι οι άλλοι που χτυπιούνται για το δίκιο τους. Στείλε σ’ όλους από έναν θάνατο επενδύοντας την υποκρισία που σου περισσεύει. Το βράδυ να σκέφτεσαι… τι απέγινε άραγε εκείνο το παράκτιο χωριό, τι το ράγισε τη νύχτα που γυρνούσες άγρυπνος στη θάλασσά του και σφοδρός για προδοσίες. Άλλοτε Ιανός, άλλοτε Ιουδήθ που εξαιρέθηκε από το ιερό βιβλίο. Ανάτρεξε εκεί για τους κανόνες, μια που το επικαλείσαι για να δικαιώσει τις αξίες σου, κατά περίσταση, και το αποφεύγεις κατ’ εικόνα. Θα προσέχεις τώρα τα βήματα πάνω στη θάλασσα. Μην ξεχνάς πως τα πληρώνεις σε μια αράχνη. Σ’ ένα καλοκαίρι. Σ’ ένα στεφάνι από καρφιά. Και όσο γλιστράει από τα χέρια σου, η άκρη της κλωστής, μου αποδεικνύεις πως είσαι αυτός που ήλπιζα πως δεν ήσουν. Ο δρόμος μηκύνει το σώμα σου και το κάνει δρόμο στο σώμα μου. Φύγε για βαθιά μέσα στον ύπνο σου, που σε περιμένει μια Χιροσίμα. Σαν να μην έγινες αρχή. Σαν να βουβάθηκες. Και σαν μόνο λαβύρινθος, που τον ανοιγοκλείνει η Τετάρτη. Καταδίκη ν’ αγαπώ ακόμη αυτόν, τον ίδιο δρόμο.