Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012























Πέρασαν κάτι νύχτες που ο Φαρούκ ξάπλωνε δίπλα της με μια πονετική θαμπάδα στο μέτωπο και άκουγε τις διηγήσεις χωρίς να τη διακόπτει. Μια φορά της πήγε δώρο ένα φυτίλι κι ένα κομμάτι από κορμό φοινικιάς για να χαράξει με φλόγα στα φραγκολεβαντίνικα τον χαμένο της έρωτα. Αναπολούσαν τα παντελόνια των Αργοναυτών, λίγο από το χρυσόμαλλο δέρας και λίγο από μια Μήδεια που στη θέση του έκλεβε το ρολόι τσέπης του Τσώρτσιλ. Γελάγανε. Όταν δεν είχε άλλους έρωτες να αφηγηθεί έβαλε στο χέρι της το περίστροφο και της έδειξε πώς να το κρατά μαλακά σαν να είναι σπάνιος ανθός κλεμμένος από γιαπωνέζικο κήπο που τον φρουρούσαν αλλά όχι με την προοπτική της αγοραπωλησίας. Από καιρό την κυνηγούσαν για να της περάσουν τα βραχιολάκια μιας ισοβιότητας ενθυμίου. Αρνιόταν από πείσμα να παραδοθεί σ’ εκείνους τους μουσώνες των Ινδιών και περιπλανήθηκε έτσι κυνηγημένη πάνω σε μια ημιτελή βέσπα με το φουστάνι της ν’ ανεμίζει όπως η σημαία του Εκουαδόρ. Ποιος θα τον κοιτάζει αγαπώντας και κλαίγοντας….Ποιος θα τον αφανίζει με χάδια. Ποιος θα κροταλίζει σφαίρες δίπλα στο στόμα του. Αλλά και ποιος κάθεται να πανηγυρίσει πια τέτοιες αχρηστίες. Κάποιος ηλίθιος θα του σφύριξε πως ο πόνος κατεργάζεται αγάπη. Γι’αυτό με κακόγουστες διαπράξεις ταξινομεί τα δεσπόζοντα φορτία του στο Κοχινούρ που στριφογυρίζει ολόλαμπρο στο βάθος του αυριανού ουρανού προθερμαίνοντας τη δική της εκδίκηση. Ο πλανητισμός του χώνεψε τα καλύτερά της λόγια. Σώπασε τώρα τα μπακίρια σου. Κάθαρμα. Από την εποχή του Προμηθέα αποθέωσαν τα μαρτύρια χώρια που πληρώνει κάθε μέρα 8,5 λίρες τον καφέ επί εφτά μήνες. Μια μεθυσμένη βροχή την καταβρόχθισε μετά από κείνον και ομολόγησε το επάγγελμα: συρραφέας ερήμου. Εσύ νομίζεις πως διαταράζεις τα κείμενα της ζωής της? Λάθος. Υπερβάλλοντες κόκκοι αυτονομούνται και της ζητούν πίσω το αναπνευστικό όργανο της φάλαινας.