Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Mεταξoυpγεio





Περνώντας από την Παναγίτσα ήθελα να κλάψω. Θα έκλαιγα από θυμό, από οργή, αν δεν σκεφτόμουν ότι πάνε δέκα χρόνια από τότε που έπαψα να πιστεύω και να σταυροκοπιέμαι αυτιστικά όπως οι υπόλοιποι της οικογενείας. Μετά θυμήθηκα το ζυγό της άμαξας, το ψάρι του ανέμου και το καλαθούρι με τα άγκιστρα και τις πετονιές. Κι αντί να κλάψω, γέλασα. Μούδιασε το κεφάλι μου από το γέλιο. Μ’έπιασε μαύρη απελπισία γελώντας. Κι ο πανικός ξαναγύρισε. Μέχρι δακρύων. Μπήκα σ’ένα δισκάδικο. Βαθύτερο από εκκλησία. Εδώ είναι ο ναός. Εδώ και το φαρμακείο. Ακλόνητο το Μεταξουργείο-Βάθης τόπος ποίησης- ολοζώντανος βυθός ανέστιων και ανέργων. Ρούχα καρφωμένα στα κάγκελα.Πρεζόνια χαλασμένες εξατμίσεις βενζίνη αφαίμαξη. Πουτάνες νεοκλασικά βρυχηθμοί από τα γύρω τρελάδικα. Εδώ είναι η ρωγμή του τραγουδιού. Εδώ και η ρίζα του ποιήματος.