Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

**









Τόσο σφοδρά αδημονούσε να τη συναντήσει, που ό,τι κι αν είπε πριν, ό,τι κι αν προφασίστηκε ( αντιστάσεις, άμυνες στον «τελευταίο πειρασμό», ) τα πήρε πίσω, ( άλλωστε είπε ξείπε και θα πεθάνει το άλλο Σάββατο) και το κέλυφος το θρυμμάτισε το βαρύ αίσθημα. Ακούστηκε η καμπάνα του εσπερινού την ώρα που πάταγε γκάζι να προλάβει τον φεγγαρόπληκτο στίχο. Μισοθεατός στο δέντρο, παρέλαυνε σε μια πομπή άχυρων και καλαμιών. Φαντασμένος ιππότης. Ούτε έκλαιγε ούτε γελούσε. Το φόβητρο ήταν αντιποιητικό και για να γίνει πιστευτός, με μηχανικές αναγνώσεις και γυάλινα κοίλα μαχαίρια, άλλαξε υπέρ του, τη μαγνητική φορά της αλαζονείας. Πληθωρικός αλλά έκθετος, στην αγριότερη εκπνοή βίωνε σαν παγίδα τον έρωτα, κρατημένος από την απειρία των ενδεχομένων, στρίγγλιζε μέσα του σαν ποντίκι που καίγεται σε μια φάκα. Ήταν αμαρτία, είπε το πάθος. Ήταν αμαρτία η καύλα του εγκεφάλου του. Πάθος και καύλα, που ισχυρίζονταν πως θα κατακτούσαν όλο τον κόσμο, ακόμη και πάνω στην μετωπική σύγκρουσή τους μ’ αυτόν. Προχώρησε με διάπυρο λάρυγγα, λαβυρινθώδη και οφιοειδή, σε γεύση που δεν είχε γευτεί, γονατισμένος σε χώμα που δεν είχε πατήσει, σε παραμύθι που δεν είχε αφηγηθεί, σε όλη την αφή και στους ταφτάδες της αράχνης. Όμως πλανόδιες κάλπες υποδέχονταν την τρυφερότητα. Τους την εγκατέλειπε σιγά, αργά και βασανιστικά. Κι εκείνη ένα μαντίλι του ζήτησε να σκουπίσει τα κλάματα. Και τίποτα άλλο. Να σπρώξει λίγο πιο μέσα στα μπούκια, το σκοτάδι και τη λύπη. Της το αρνήθηκε. Στις καμένες φωτογραφίες του πια- τραβηγμένες με το ένστικτο του τουρίστα- τα όνειρα και τα σχέδια, σε καραντίνα. Αδικημένα όνειρα, αδικημένα πλάνα, που τα στραγγάλισε επιδέξια, αναμασώντας υψηλές κουλτούρες, κατακόρυφα πέφτοντας στις θηριωδίες του, ψάχνοντας εναγώνια την αφορμή. Έναν εύσχημο λόγο να μην μπορεί τάχα ν’ αγαπάει και να δίνεται σε φυλή διαφορετική από τη δική του. Ποιος τον έπεισε γι’ αυτό? Σε ποιον έδειξε τέτοια τυφλή εμπιστοσύνη? Ζει αθωωμένος, ρηχά όπως ονειρεύτηκε, με φιλανθρωπίες αισιοδοξίας, συνεπαρμένος από βλακώδεις επιρροές, μέσα σε προσχήματα και σχήματα με τα οποία φρόντισε να εφοδιάσει και όσους δεν υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της ανακολουθίας, της υποκρισίας και της προδοσίας του. Τόσο πρόθυμος να πειστεί από τις αγνές προθέσεις λυκανθρώπων. Τόσο δέσμιος κάτω από τις σκουριασμένες σούστες του κρεβατιού του. Σούστες…χειροπέδες…αδιάφορο. Με μνείες αφοριστικές πυροβολούσε ένα ζωντανό ερείπιο. Μπορεί να μην το ήξερε αλλά και δεν νοιάστηκε να ρωτήσει. Κεκτημένα σακατιλίκια που με ευκολία και ανακούφιση της τα χρέωσε.





Αν είχαν να δοκιμάσουν πέρα από το μαύρο- το μαύρο δεν είναι μόνο του έρωτας χαρά μου- αν είχαν να συντηρήσουν ή έστω να δαμάσουν, πέρα από το ναυάγιο που βυθίστηκε μέσα τους- δεν είναι επιδημία ο έρωτας μάτια μου, ούτε το έδαφος για να καλλιεργήσεις με ελαφρολαϊκή χυδαιότητα –χμούξις- την αυτουργία σου στις πιρουέτες. Πάνω στο μαγικό χαλί- τι απάτη!- ακουμπάς τώρα τον ποιητικό βηματισμό και τον ταξιδεύεις. Δεν είναι εξοντωτικός ο πόλεμος, αν εγώ δεν το αποφασίσω, και να μην ανησυχείς καθόλου. Οι γεννήτορες των στίχων, όμως, και τα τοτέμ που άλλοτε έστησαν, προσκύνησαν και λάτρεψαν, τίθενται υπό αίρεση, αφού απείλησαν με κακοφτιαγμένες νίκες. Υπονομευτής των στιγμών που μοιράστηκαν το θαύμα- τι αστείο! - αλλά και αψευδής μάρτυρας ο ίδιος, σε κείνο το τμήμα του εγκεφάλου που έλκει και προσηλυτίζει, δήθεν αθώα, τα πανάγαθα μαμούθ.



Μικρά ρήγματα, μεθυσμένη, απόκοσμη όψη, τρελαμένο καλοκαίρι, πένθιμοι παρασυρμοί. Δεν έχει ρίζα? Τυφλό σημείο στο βυθό. Εκφυλισμένο γράμμα. Δεν έχει μάτια? Ένα κατώφλι στο φύσημα που αθετήθηκε. Μια κατάχρηση φαιών κυττάρων. Ένας αδέξιος χειρισμός στο τιμόνι και έχασες το δρόμο αγάπη μου . Έχασες τον γκρεμό, το πρόσωπο, τον εαυτό και την ψυχή σου. Θωρακισμένος στα στημένα κόλπα και να περιμένεις από τη στήλη καπνού του θυμιάματος να σου επιστρέψει τα φτερά, τους γλάρους, το γέλιο, τη χαρά, τη συγκίνηση. Να περιμένεις τη δριμεία ανάσταση από ένα ολόγραμμα, την ευσπλαχνία από το ποίημα. Δεν το ξέρεις πως ο συντριμμός είναι το μόνο σωστικό μέσο που διαθέτουμε.






































** Ο πίνακας του Πασχάλη Αγγελίδη δώρο
      από τη Δία και την ευχαριστώ πολύ.