Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012




 


Ορισμένες φορές, η πρωινή ναυτία από θεραπευτικό ξενύχτι, σου δωρίζει φως, γαλήνη και κουράγιο. Άγρυπνος και αβάφτιστος, αλλά γενναίος, ξεκινάς μια καινούρια μέρα. Μια καινούρια ζωή. Όπως απώλεσες ένα μέρος του φυσικού σου εαυτού, ιδιαζόντως αντίξοο, ωστόσο αληθινό, με τον ίδιο τρόπο αναπληρώθηκε - από κάτι που μοιάζει με θαύμα- μια αίσθηση αξιοπρεπούς θρήνου για το μηδέν που υπήρξες. Μπορεί να αποβιώσει ταριχευμένη σ’ έναν βραχύσωμο εφιάλτη, μπορεί, όμως και να αγιογραφηθεί, αν αποφασίσεις να αριστοτεχνήσεις στη δόνησή της. Η ζωή και η αγάπη μεσουρανούν σε μελαγχολικά βλέμματα, συντηρώντας τις αξίες σου, συντηρώντας τη χαρά, από την καυτή γεύση των μπαχαριών. Ποτέ δεν καταδέχτηκες να γυρίσεις να κοιτάξεις το ρολόι. Χρόνος είναι όπου ζεις και ό,τι είσαι. Μια ευλογημένη αλληλουχία αισθημάτων σε κρατά κοντά και ζεστά σε όσους αγαπάς, εξημερωμένο από αγκαλιές, νανουρισμένο από γλυκές φωνές. Παύεις να κυνηγάς συμπτώσεις, κι όπως ανατέλλει ο ήλιος, διάκονος και αρωγός, σαν τον μεγαλύτερο σπόρο ροδιού, και τελεσφορεί απαλλαγμένος από συνθήκες και όρους, μουλιάζεις εντός του. Μέχρι και το σκοτάδι ανθοφορεί. Τέλος πάντων, δικαιούσαι και την ανωριμότητα, τη σιγουριά που σου δίνουν τα δύσκολα και τα αόρατα. Εκεί φυγαδεύεις και τα νέα σχέδια, χωρίς να υπολογίζεις συνέπειες. Χωρίς πιθανότητες, ενδεχόμενα, αγκιστρώσεις, αληθεύσεις ή διαψεύσεις, σταυρικά πεπρωμένα. Μια διαρκής μετάθεση, με χρώμα φεγγαρίσιο, ψεκάζει το καινούριο αλχημικό όνειρο και το διπλώνει στη ζωντανή φλούδα πράσινου λεμονιού. Να χάνεις τα ζύγια σου κάποτε, είναι ωραία ελευθερία και δεν της αντιστέκεσαι. Έκανα μια σκέψη. Δεν ξέρω πώς άπλωσε τόσο σε μια ακροβασία πίστης αλλά δεν θα τη μετανιώσω. Άλλες σκέψεις διαλύθηκαν. Έγιναν σκόνη ή στάχτη. Άλλες, έγιναν σοβαρές πράξεις. Γι’ αυτό δεν υπάρχει η ανάμνησή τους. Πέρασαν στο αίμα, έγιναν συστατικό του και το πλούτισαν. Κάπως έτσι μεταδίδονται, από σώμα σε σώμα, σε κείνους που έχουν τη δύναμη να περιμένουν την αγάπη, έξω από λεηλασίες και συμβάσεις να την αναγνωρίζουν,  να τη μοιράζονται όταν τη βρουν, να ορίζουν τον εαυτό τους στην αληθινή στιγμή.