Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012



















Μισώ αυτήν την χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τα ’φαγε. Την μισώ. Ναι, την μισώ. Την μισώ, δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Μου ’ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μια γυναίκα δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της, που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα ζώντας απ’ αυτά. Εγώ δεν θέλω να ’μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δεν θέλω να είμαι αυτή η χώρα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θα ’θελα να μπορούσα να ζήσω, θα ’μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω. Όμως αυτή η χώρα δεν μ’ αφήνει να το θέλω.
Δεν μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω ζωή. Tα ήθη της μου ‘χουν σμπαραλιάσει τα πνευμόνια, η ιστορία της με κάνει να τρέμω συνεχώς ολόκληρη σα να έχω προσβληθεί από την πάρκινσον, ο πολιτισμός της, μ' έχει ξεπατώσει, μ' έχει ξεθεώσει.
Η θέση της η γεωγραφική είναι το άσθμα μου. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δεν μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο. Πώς θα ζήσω χωρίς ύπνο; Δεν θα ζήσουμε. Όλο το σπέρμα όλων των αντρών της γης, δεν θα μπορούσε να ζωντανέψει εκείνη την κόχη του κορμιού μου απ’ όπου ξεκινάει η ανθρώπινη ζωή.
Κάθε γωνιά της κι ένα λάζο, είναι γεμάτη ξόβεργες θανάτου και κοφτερούς σουγιάδες, άντρο φονιάδων, απατεώνων και ηλιθίων, λημέρι άναντρων γαμιάδων κι ανίκανων σωματεμπόρων…
Θέλω να γράψω ανάποδους ύμνους απ’ αυτούς που γράφτηκαν ως τώρα γι’ αυτήν, λέξη προς λέξη να την τουφεκίσω και την παραχώσω σαν σκυλί με τα ίδια μου τα χέρια.
Δεν είμαι πια γυναίκα. Ούτε κι εσύ πια είσαι άντρας. Μας τα πήρε όλα αυτή.
Τι θα μείνει όμως απ’ αυτήν χωρίς εμάς; Τι θα είν’ αυτή όταν δεν θα ‘χει μείνει τίποτα από μας;
Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της. Έχω μέσα μου την μοίρα της… Πεθαίνω σαν χώρα.
Και δεν έχεις παρά μόνον το χέρι σου. Πέντε δάκτυλα. Σάρκα νωπή ευπαθής γυμνή ανάμεσα στην ζέστη και το κρύο της, κόκαλα φλέβες ραβδώσεις, νύχια μασημένα, άκρες δακτύλων ερεθισμένες πονεμένες. Αυτό το χέρι δεν έχεις άλλο. Ένα χέρι που έρχονται ώρες όπου δεν μπορεί να σηκώσει ούτε το ίδιο του το χέρι. Χέρι που έρχονται ώρες όπου δεν μπορεί να έχει ούτε το ίδιο του το χέρι.
Κι όμως το χέρι σου είναι η μούσα σου. Δεν μπορείς να έχεις να βρεις άλλην. Επικαλέσου το.
Η μούσα σου είναι στην άκρη του χεριού σου.
Πενταδάκτυλη Μνημοσύνη!



Δημήτρης Δημητριάδης