Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012









Έτσι έγειρες στην πρώτη άμμο
που πέρασε κάτω από τη γλώσσα σου
χωρίς να την ονομάσεις
Πίσω από τα βλέφαρα οι στέπες
Δεν θα το σκοτώσεις το θηρίο
Μόνο θα ψιθυρίσεις «ψέματα»
επειδή πλανεύτηκες από μια ξέρα
Έτσι προσευχήθηκες στον πρώτο
τυχόντα θεούλη
που πέρασε μέσα από τα δάχτυλά σου
χωρίς να τον πιστέψεις
Κάτω από το δέρμα σου οι στέπες
Δεν θα τον κομματιάσεις το φάρο
Μόνο θα ουρλιάξεις «ψέματα»
επειδή πυροβόλησες την πέτρα του
Εσύ που γύρεψες μόνο ένα ψαθάκι
σινιάλο από αταξίδευτο καράβι
μεθυσμένο γράμμα ξημερώματα
κι εκείνον τον ερειπωμένο ανεμόμυλο
στο τέλος του χωματόδρομου
στην άκρη άκρη του κόσμου
πλάι στη θάλασσα με τα παραμύθια
Έτσι σε πήρε ο καιρός βαθύς
χωρίς ψαθάκι άστεγο και άνεργο
με τη σελίδα λευκά να σκεπάζει
το κεφάλι σου
Μ’ ένα μολύβι να σου φιλάει τα δόντια
Ένα δέντρο ανάμεσα στα γένια σου
Και τη χαρά βαλσαμωμένη σ’ ένα
ξένο χαμόγελο