Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Παιδιkέs αppώστιεs, Kωστήs Γkιμoσoύλns



 Σου αρέσει ο τρόπος που τα πράγματα επελαύνουν, εισβάλλουν, εισχωρούν μέσα στη ζωή σου, σαν πλοίο ιστιοφόρο σε λιμάνι, σαν χερσόνησος μέσα σε θάλασσα. Και στη συνέχεια ο τρόπος που τα ίδια αυτά πράγματα απομακρύνονται από τη ζωή σου, άλλες φορές επεισοδιακά κι άλλες ανεπαίσθητα, ο τρόπος του αποχωρισμού.
Θυμήσου τις παιδικές ασθένειες. Τις μαγουλάδες, την ανεμοβλογιά, τον κοκίτη. Απ’ όλες τις ασθένειες που έχουν περάσει από πάνω σου έως τώρα, από τις παιδικές έχεις τις πιο έντονες αναμνήσεις. Ήταν αρρώστιες με μια εσωτερικότητα γαργαλιστική, με αλμυρά συμπτώματα, όλο φαντασίες.
Οι μαγουλάδες σου κατέφθασαν με παραμύθια και μεταμορφώσεις. Μέσα τους κατοικούσαν μάγισσες και στρογγυλοπρόσωποι βασιλιάδες. Μπαμπάκια στα μάγουλα και πουλιά. Ροζ γουρουνάκια με στριφτές ουρές που, αν τις γυρνούσες, μια αρωματισμένη μουσική ξεπηδούσε σαν από μικρή πολύχρωμη λατέρνα.
Ο λιλιπούτειος πρησμένος πρίγκιπας γινόταν, στον κοκίτη, κόκορας πλουμιστός με κατακόκκινο λειρί. Τσίγκινος κόκορας τις Κυριακές στην εκκλησία του παραμυθιού. Άλλαζε χρώματα ο βήχας. Πράσινος γυαλιστερός τα πρωινά, τα μεσημέρια κατακόκκινος. Γαλάζιος τ’ απογεύματα, και τις νύχτες σκούρος μπλε στις άκρες των φτερών του, όπως κοράκι.
Είχες μικρό σώμα και τεράστια ψυχή, όπως όλα τα παιδιά, και ταξίδευες, πετούσες πάνω στην παιδική σου αρρώστια, όπως πάνω σε μαγικό χαλί. Άγγελοι- τόσο δα μικροί, σαν το σουσάμι- σου γαργαλούσανε το αίμα. Σου αναστάτωναν με τις φτερούγες τους τα πνευμόνια και το λαιμό.
Μια αλλιώτικη υγεία είχαν εκείνες οι αρρώστιες. Με έκπληξη και ανυπομονησία τις υποδεχόσουν, κι όταν έφευγαν, άφηναν πίσω τους, ένα χώρο ακάλυπτο, ένα κενό.
Εκεί, όμως, που πύκνωναν μαγικά ποδοβολητά των μύθων, ήταν όταν είχες πυρετό. Ακόμη σου είναι αδύνατο να εξηγήσεις αυτή τη λέξη.
Ο πυρετός ανέβαινε και σκέπαζε το δωμάτιό σου σαν φτερό. Νάνοι κοκκινομάγουλοι άναβαν τζάκια στις μασχάλες σου. Η καρδιά λιγωνόταν από τη θερμοκρασία των παλμών της. Έκλεινες τα μάτια και πετούσες σε πόλεις μετέωρες. Μυστηριώδη ερπετά στεφάνωναν το μέτωπό σου. Τα λόγια της σκυφτής στο προσκεφάλι σου μητέρας έλιωναν κι έσταζαν μέσα στο χωνί του αυτιού σου. Όλα ήταν καυτά κι όλα εξατμίζονταν.
Ένιωθες τα χέρια σου να λεπταίνουν, το κορμί σου να γίνεται ανάλαφρο. Τις κινήσεις σου πιο ευγενικές, σαν ν’ ακολουθούσαν μια πορφυρή μουσική. Κι όταν έφευγε ο πυρετός, άφηνε πίσω του, στον εγκέφαλό σου, μια ήσυχη νίκη.
Είναι γνωστό, ότι αν δεν επέμβουν καταστροφικά οι μεγάλοι, τα παιδιά δεν φοβούνται, παρά ανθίζουν μέσα στους δαίδαλους της μοναξιάς τους.
Κάθε αρρώστια είναι κι ένας έρωτας. Ο οξύς πόνος δε διαρκεί πολύ, είναι ένας παφλασμός. Κι ο μακρύς φιδίσιος πόνος της χρυσίζει κάποτε, όπως η ηδονή.
Όλες οι αρρώστιες είναι ιδρωμένες. Όλες οι αρρώστιες θέλουν και δε θέλουν. Εσύ προκαλείς την αρρώστια σου να σε ερωτευτεί. Πες μου την αρρώστια σου, να σου πω ποιος είσαι. Αφήνεις πόρτες ανοιχτές στις διαστάσεις της αρρώστιας που επιδιώκεις.
Οι αρρώστιες έχουν ύψος, έχουν πλάτος, έχουν μήκος. Κάθε αρρώστια κι ένα χρώμα, μοναδικό. Οι αρρώστιες μοιάζουν με τ’ άστρα. Πολλές και συναφείς αρρώστιες φτιάχνουν έναν αστερισμό.
Η αρρώστια, όπως η σελήνη, επηρεάζει το μέσα σου νερό. Όταν δυσκολεύεσαι να αγαπήσεις, ερωτεύεσαι μια αρρώστια.
Όμως αυτές είναι περιπέτειες των ενηλίκων. Εσύ τις παιδικές αρρώστιες θέλεις τώρα να θυμάσαι. Συγκεντρώνεις το μυαλό σου στο σημείο αυτό.
Πιο πολύ απ’ όλες τις παιδικές αρρώστιες σ’ έχει διδάξει η ανεμοβλογιά. Έρχεται, στην αρχή, με μια μαγνητική του δέρματος μεταστροφή. Σαν να ρέουν πολλά νερά προς κατευθύνσεις αντίθετες και δεν μπορούν να ηρεμήσουν. Σε πιάνει τότε ένας εκνευρισμός, μια αδημονία σχεδόν ερωτική. Κι ύστερα, μ’ ένα στρίψιμο κλειδιού, περνάει μέσα. Η ανεμοβλογιά είναι η εσωτερικότερη ασθένεια του παιδιού.
Γίνεται ένας πόλεμος κάτω από την επιδερμίδα σου, πού θα βγει η πρώτη κοκκινίλα. Πού θα ξεσπάσει, σαν φωτιά, το πρώτο σου σπυρί. Όλο σου το σώμα το διεκδικεί.
Έχεις τότε μια ξεκάθαρη αντίληψη του χρόνου. Ό χρόνος μικραίνει, τυλίγεται σφιχτά. Κι όσο ελάχιστος γίνεται ο χρόνος, τόσο εσύ θέλεις να τον ξύσεις.
Ώσπου αποκτάει αιχμή και ξεπηδάει, και μόνο εσύ ακούς τη μικρή του τη φωνή.
Παρακολουθείς το σπυρί να γεμίζει από την ουσία της αρρώστιας κι ανασαίνεις στο ρυθμό του. Νιώθεις σαν χαρτί φωτογραφικό στην εμφάνιση. Στην αρχή είναι λίγα τα σπυριά, και προλαβαίνεις να τα νιώσεις. Μα όταν τα κόκκινα μικρά κεφάλια της ανεμοβλογιάς πληθύνουν, γίνεσαι ένας χάρτης.
Από κάθε σπυρί ξεκινούν κύκλοι που τέμνονται μεταξύ τους. Κάθε σημείο βγάζει κι έναν ήχο. Παροξυσμός μέσα στης αρρώστιας τη μουσική.
Ο τρόπος που φεύγει η ανεμοβλογιά είναι ανεπανάληπτος. Απαιτεί και τη δική σου συμμετοχή. Το κάθε σπυρί ολοκληρώνεται, περνάει από τις φάσεις μιας ολόκληρης ζωής. Η αντίστασή σου στην αφόρητη φαγούρα θα σου δείξει στοές που δεν μπορείς αλλιώς ν’ ακολουθήσεις. Οι αισθήσεις σου συγκεντρώνονται σ’ αυτό το κόκκινο σημείο που επιπλέει σαν νησί πάνω στο δέρμα. Αν το ενοχλήσεις, θυμώνει και σε σημαδεύει. Αν όμως δεν το ξύσεις και το αφήσεις, μαραίνεται στην ώρα του, φεύγει ενήλικο και χωρίς ουλή.
Όταν ήσουν παιδί, η κάθε αρρώστια, ακόμα κι ένα απλό κρυολόγημα, σ’ έκανε να νιώθεις την κίνηση των χειλιών σου πιο έντονα. «Μαμά» έλεγες, κι άφηνες με λίγο ζεστό αέρα να βγει ο ήχος από το στόμα, με μια ηδονή που δεν θα ξαναβρείς ποτέ.
Εκείνοι που ξαναβρίσκουν τη μιλιά τους μ’ εκείνη την πρώτη πυρετώδη αίσθηση, μ’ εκείνη την απόλαυση την υγρή, εκείνοι είναι οι ποιητές.




Και στέκεσαι τώρα και κοιτάς αυτό το ποίημα, που έχει κουλουριαστεί σαν γάτος πάνω στο τραπέζι.
Μόλις τελείωσες την πρώτη του μορφή.
Πας κι έρχεσαι μέσα στο σπίτι μεταφέροντας τη σκέψη σου, κι η σκέψη σου κουνιέται σαν νερό.
Μετράς τους ρυθμούς της γλώσσας, μετράς τα σήματά σου.
Ανοίγεις τα μάτια σου και βλέπεις: το ζώο του σπιτιού, τα ερπετά των τοίχων, τα τεντωμένα χέρια των δεικτών του ρολογιού, ένα ποτήρι γάλα.
Τα έχεις υπ’ όψη σου όλ’ αυτά.
Εκείνο που ίσως αγνοείς είναι ότι και τα γραπτά, όπως κι οι ζωγραφιές και οι μουσικές, έχουν τις δικές τους αρρώστιες. Αρρώστιες μεταδοτικές, που τις κολλούν από τους ανθρώπους που τα γεννούν.
Τα γραπτά σήμερα πάσχουν από αρτηριοσκλήρωση και φτώχεια. Κείμενα των δημοσιογράφων με ασθένειες χρόνιες, παραμορφωτικές, αλλά και κείμενα των ποιητών μαραζωμένα από την αναιμία.
Κλείνεις τα μάτια σου και σβήνεις: το φωτεινό σηματοδότη, τον πολιτικό, τη δημόσια υπηρεσία, το άσχημο πρόσωπο του απέναντι, το χέρι του κλέφτη που ψαχουλεύει τη φαντασία σου, το ξεπούλημα.
Σκίζεις όλα τα ποιήματά σου κι αυτομάτως αρχίζει να βρέχει. Το χώμα επαναστατεί κάτω από το τσιμέντο και μυρίζει κήπο παντού, κι απάνω στην ένταση αφήνεις μια κόκκινη κραυγή. Εσύ εκτονώνεσαι κάπως έτσι, σιγά σιγά ηρεμείς, αλλά η φωνή σου, δίχως να το ξέρεις, σ’ όλη τη γη γκρεμίζει κάθε τοίχο.










Υστερόγραφο:

Τους ανθρώπους της ζωής μου
κάθισα να τους μετρήσω
τους παρόντες, τους απόντες
κάνα δυό περαστικούς

Όσους ήρθαν για να μείνουν
όσους έφυγαν πριν γίνουν
τους κοινόχρηστους,τους ξένους
τους πολύ προσωπικούς...

Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι
ή μου βγαίνουνε πολλοί
κι είναι η μοναξιά που επείγει
ό,τι με μελαγχολεί.

Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι
ή μου βγαίνουνε πολλοί
σ' ένα μέτρημα που ανοίγει
την παλιά μου την πληγή

Τους ανθρώπους της ζωής μου
θα 'θελα να τους κρατήσω
τα αγρίμια, τους αγγέλους
και τους πιο κανονικούς.

Όσους άφησαν σημάδι
όσους πήρε το σκοτάδι
τους "εκείνους", τους τυχαίους
τους πολύ προσωπικούς...
...

Άνθρωποι μόνοι που άφησαν σκόνη
φιλίες κι αγάπες που πήραν οι δρόμοι
κλεμμένοι, κρυμμένοι, κρυφά δανεισμένοι
τυχαίοι, γενναίοι, δειλοί,φοβισμένοι.
Δικοί μου και ξένοι, λαμπροί και θλιμμένοι
σε σχέσεις, σε σπίτια καλά κλειδωμένοι.
Χαρούμενοι, άσχετοι,συνεπιβάτες
μποέμ καλλιτέχνες, παιδιά με γραβάτες.
Εχθροί μου και φίλοι, μικροί και μεγάλοι
που δίνουν με μέτρο,που κάνουν σπατάλη.
Αγάπες που έμοιαζαν να 'χουν αξία
και άλλες που ξέμειναν στη χειραψία.
Φτωχοί συγγενείς που σερβίρουν τα έτοιμα
οι λογικοί κι όσοι ζουν με το αίσθημα
όσοι ζουν με το αίσθημα...
Φοβάμαι πως χάνω το μέτρημα.......

στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος
μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης
ερμηνεία: Νατάσα Μποφίλιου