Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Φώσφopos







Κοίταζες την τρύπα που άφησε το καρφί στον τοίχο… συγκεντρώθηκες στο διαμέτρημά της. Έπειτα έσκισες το τηλεγράφημα και το πέταξες στον νεροχύτη…σέρνονται φήμες είπες…δεν αντέχω… κάπνιζες… μετά θυμήθηκες τη Λένα, το πτυχίο που δεν πρόλαβε να πάρει, τις βόλτες με τα ποδήλατα δίπλα στο ποτάμι, πώς τρέχαμε, που παίρναμε τα πρώτα παγωτά κάθε 25η Μαρτίου. Κάπνιζες στις γωνίες και περίμενες την Κάλλη να τελειώσει το φροντιστήριο. Βαλτετσίου, είχες το μηχανάκι χαλασμένο με τρύπια εξάτμιση… όλους τους θυμήθηκες εκείνη τη νύχτα που καίγονταν η Αραχώβης. Καθήσαμε στο μπαλκόνι, ο Μίμης έπαιζε κιθάρα, εγώ τραγούδαγα Στέλλα Χασκήλ, κουβεντιάζαμε με τα πουλιά στη Στουρνάρη… κάηκαν τα δάχτυλά σου… έφτασε η καύτρα στο δέρμα και τώρα είναι χρυσά για τους ραψωδούς στην Ύδρα. Ναι υπήρξαμε σατιριστές κάποτε… και ίσως να θυμώναμε, αλλά δεν φθονούσαμε κανέναν. Ήταν όμορφα στην Αρχαία Αγορά και στο Ερεχθείο… εν τούτω νίκα λέγαμε… αλλά ξεχνούσαμε την πείνα και τους νεοπεινασμένους-τσακάλια που μας την έστηναν μεθοδικά στις γωνίες, με σχιζοηχητικά τέμπο εμείς, αφελείς, μοιράζαμε τα φλάινγκ, Καλλιδρομίου για τις συναυλίες μας και γκουντμπάι Λένιν. Πληθωρικά αρνούμαι, βουλιμικά έτρωγες το σπασμένο γυαλί, τους κάκτους, τα φέρετρα που σκέπαζαν κάποτε με στοργή τα παλιά όνειρα, για να μην τα θάψουμε κάτω από το χώμα. Τότε δεν γνωρίζαμε τη δυστυχία να είσαι αγάμητος. Είχαμε τον νου μας στα εκμαγεία-και τώρα είναι ευπώλητα όπως ο θάνατος. Παραβατικά θέματα-ας μην τα κουβεντιάσουμε άλλο- είπες, έστριβες κι άλλο τσιγάρο και τα αγγεία στις κόρες σου ακτινωτά σαν ρόδες ποδηλάτου έλαμπαν φώσφορος. Φλοράλ και βοξ και διαμελίζονται οι άγγελοι, μάνα μου τα κλεφτόπουλα είναι λαμπιόνια στη σειρά, σαν πάλκο σ’ ένα καράβι που φεύγει πάντα και λιμάνι δεν έχει… γαμώ τα πέριξ… διευκρίνιση: λιμάνια εννοούσα, είπες,
αλλά και ποια η διαφορά και τι σημασία έχει… στα σφαιριστήρια κοιμούνται τώρα μισθοφόροι άγγελοι, οι επίμετροι θεοί παίζουν στα τρανζιστοράκια κι εμείς στο Κασμίρ ψάχνουμε ανθρώπους να μας μοιάζουν, να τους μοιάζουμε. Ρώτησες για τη Μαρία… -Προκειμένου να δει το όνομά της σε μαρκίζα πρώτο, φιλούσε κατουρημένες ποδιές και μετά από το χολερικό γράμμα του Πέτρου, σχεδίαζε κόμικς-εσύ χλωμός κι αμίλητος πια, zero point τσιγγέλι- είπα κάτι να γελάσεις, ένα χαζό αστείο- ρεγγίνα ρόζας άματ, χιονάτη, σταχτοπούτα ινδιάνοι, ντραγκ & ντροπ, στα ρόκ & ρολ άσυλα, στο κοινόβιο, πρόδρομος του αβίωτου…προάγγελος… έξι φεγγάρια σύνολο… πώς κλαίνε τη νύχτα…καίγονταν τα δάχτυλά σου και τα νύχια σου… έγειρες στο πλάι… έτρεμες…να πετάξουμε απ’το παράθυρο επαναλάμβανες αυτιστικά… γίναμε βρικόλακες…μας εξόρισε η αγοραία κουλτούρα-ψυχωσικό επεισόδιο. Μετά τη νεύρωση, θηλαία και πρόωρη ήρθε η εκσπερμάτωση από τον εγκέφαλο… έκαψες τα χέρια σου ως τους καρπούς… έφτασε η καύτρα στο στήθος…είναι η συνέπεια αυτή της θεωρητικής σκέψης…Της καταπιεσμένης επιθυμίας παράρτημα…ένα μικρό τρισάγιο.
Έπειτα που έφυγες, έμεινα τελείως μόνη, έδεσα μια μαύρη κορδέλα στα μάτια, άρχισα να θυμάμαι… το ψωμί που κλέβαμε απ’ το φούρνο… ακόμη κι ελβιέλες απ’ τα ανοιχτά στη Θεμιστοκλέους, βιβλία απ’ τα υπόγεια, ροδάκινα απ’ τα καφάσια και τυλίγαμε το μωρό μ’ εφημερίδες να μην κρυώνει, τις άνοιξες σουρώναμε με μαυροδάφνη και απ’ τις νεραντζιές έκοβες τα λουλούδια τα ‘ριχνες στα μαλλιά μου… σου άρεσε που σκαλώνανε…έβλεπες αστέρια… θυμήθηκα…κι ήταν αργά για όλες τις μνήμες που σε φέρνανε πίσω… γιατί είναι ανυπόφορο να θυμάσαι όταν θες να ζήσεις.







*Το κείμενο Φώσφορος είναι η συμμετοχή μου
στην νέα έκδοση της Μαύρης Πάπιας