Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Ξημέρωμα στο Λυκαβηττό













Πάλι Τετάρτη και η πνοή της ιωνικής του φλέβας, νήμα ενός Λαβυρίνθου στο δάσος που ξεθωριάζουν οι ύστατες λύπες. Ξέφωτα, στα οποία την περίμενε ο Τσβάιχ για να της διαβάσει «παρατηρώ πόσο δύσκολο είναι να συγκρατήσεις σ’ ένα ορισμένο σχήμα τη ρευστότητα των πραγμάτων που χαρακτηρίζει κάθε ζωή.» Δίπλα σε κάθε ζωή ένας τζάνκι αυχένας. Δίπλα σε κάθε αληθινή ζωή ένα μαγεμένο δάσος.


Μην της φιλάς το μέτωπο. Δεν πέθανε τελικά. Δεν καταλαβαίνω, είπε. Γιατί δεν γελάμε; Γιατί δεν χαιρόμαστε; Έβρεξε χρυσόψαρα χθες. Καταρρακτώδη και χαρούμενα. Μόλις τίναξε την ομπρέλα της στο αίθριο του τριγώνου, άλλα γλίστρησαν στο στρίφωμα, άλλα έβγαλαν φτερά και πέταξαν ανάμεσα στις κουρτίνες κι άλλα, με χαίτη λιονταριού, έσκυψαν στα γόνατά του. Όλα αναβράζοντα, τραγούδαγαν για τους ψυχολόγους και τους βιογράφους τους.


Τα χέρια τους ξεφύλλιζαν ή χαϊδεύονταν σε σχήματα αλάνθαστης υπερβολής. Αυτό την έκανε να σκεφτεί να αφήσει αυτές τις σελίδες σε γαζωτήριο. Αφιερώθηκαν στην άγνοια για να καθρεφτίζεται η αμηχανία. Τόσο καλά έβλεπε τις γυμνωμένες λεπτομέρειες που απομνημόνευσε ορισμένες, για τον κάλαμο μιας ευεργεσίας. Μόλις έλαβαν ονόματα εξαϋλώθηκαν. Αλλαγμένη από την αφήγηση της άγκυρας, αιφνιδιασμένη από το τζιβαέρι, χωνεύτηκε σε μια μοίρα φυγά. Τα ελαιόδεντρα θα υποφέρουν άγρυπνα και μια κούπα γεμάτη κρασί, με τα ονόματά τους, γραμμένα, θλιμμένα, θαλασσινά και εικονιστικά, πρώτη φορά θα εμπιστεύεται, μεθυσμένο γραπτό, τόσο πολύ.


Καμιά λέξη στη συγχρονία της δεν καταδέχτηκε να γίνει πιο όμορφη από την αληθινή της χρονολογία. Μπορεί να σκέφτεται πως πλουτίζει από αγγεία και ληκύθους, μεταπράτοντας. Τοποθεντώντας τα κοντά σε μια επανάσταση. Η θάλασσα αυτονομήθηκε στην προοπτική προσμονής και δημιουργίας, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Αλαζονεία τάχα, ή η συνέπεια να καρποφορήσει κινδυνεύοντας, σημαδεύοντας τον αρμενιστή της;


Άντεχε και τον πυρετό όπως τον λίκνιζε η αιώρηση δαχτύλων μέσα στο κορμί του. Το πλεονέκτημα στο λίκνισμα είναι πως αυτοί οι ιεροφάντες- τα δάχτυλα- γεννιούνται ερωτευμένοι, παραμονές του καινούριου χρόνου. Άγρυπνες φλυαρίες αλλά γλιτωμένες από τον αστρικό ψίθυρο του δαμασκέτου.


Συχνά δενόμαστε με έναν κρίκο προγονικό, παρασυρμένοι από το αλάτι, σε βουνό ψηλό. Εκεί  βλέπουμε μια τόλμη ανέλπιστη. Και δεν έχει σημασία ούτε ο Τσβάιχ, ούτε τα γλυκόλογα, τα παράφορα χέρια, τα δαμασκέτα, παρά μόνο αυτός ο κρίκος. Τον ξανακοιτάζουμε, δυσπιστώντας στο μέταλλό του, δυσπιστώντας στο συμβολισμό του.
Αλλά πάντα γνωρίζουμε τη θέση της θάλασσας σ’ αυτόν. Και «δαμάζοντας τα κύματα» ξεκαρφώνουμε ένα ένα τα παλιά πείσματα.


Ο αναρχισμός στο φως που διέκρινε, επιβεβαίωσε τη μάχη που θα δώσει το καινούριο χαρτί σε σταυροδρόμι που της θύμισε ότι και οι δυο τους είχαν αχρηστέψει τα οπλοστάσια για να σταθούν στον ουρανό παίρνοντας το σχήμα των άστρων. Αργότερα, μετά τη στέψη, υψώνοντας αναδρομικά τη μοίρα σε χτύπο, θα της περίσσευε να την αποκοιμίσει στον ίσκιο μιας πορτοκαλιάς. Με μια σονάτα. Για να μετριαστούν κάπως τα οράματά της, σχετικά με την ιδέα της γάζας και του γαζιού. Έτσι προχωρούσε το βράδυ, βρέχοντας χρυσόψαρα, με τάση συμπόνιας στην επιγραμματικότητα.


Ανέβηκε τη σκάλα κι έφτασε στην αναποδογυρισμένη γλάστρα του στερεώματος. Κι ακόμη πιο πολύ στη νοσταλγία αφής που έθαλλε, στίλβη μιας αχανούς αυτοκρατορίας. Η τριανταφυλλή μέθη αφότου νύχτωσε στα συντρίμμια του ατσαλιού, ενσάρκωνε το πανηγυρικό νήμα ενός καινούριου Λαβυρίνθου, όπου φλοίσβοι και ανάσες ενώνονται σε μια κοινή καταγωγή ηδονικού μαρτυρίου.