Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011








Ως τα χαράματα έφτιαχνα καραβάκια από λογαριασμούς του ΟΤΕ. Στις κουπαστές τους παραζάλη, απ’όσα άμορφα γράμματα στριμώχνονταν στη μύτη του κολασμένου μολυβιού. Το μολύβι αρχίζει από αγκ. Στην πλώρη τους, κανένα όνομα. Έπλευσαν σε ασώματα ακρωτήρια. Τα χάρτινα καράβια έχουν μια ιερότητα. Χαίρουν ίσως μιας ευλογίας να ποντίζονται με ευκολία-το σύντομο του επώδυνου- σε υποθαλάσσιους βράχους και χρόνια τελούν στον άγριο τόπο τους ως ιδιοπρόσωπα αλμυρά δράματα. Επειδή φτιάχτηκαν από δύσκολα χέρια. Ή επειδή ναυπηγήθηκαν εν τραυματισμώ. Ως ραβδοσκόποι του βυθού, επιτελούν έργο δωδεκάστερου ψιθύρου. Με σαπφείρινες λεπιδωτές γραφίδες έσφαξα τις λέξεις. Και ό,τι είχε απομείνει από το ιδιωτικό αλφάβητο. Ως το ξημέρωμα έφτιαχνα καράβια από χαρτί για να κακοπάθουν. Ασυγκίνητο προσκύνημα και τα αλληλούια ευλαβικά εγκατελειμμένα στη μελανή άκρη. Όλα τα καράβια αργούν όταν το φορτίο τους είναι αγρίμια. Κανένα δρομολόγιο σε άγονα νερά δεν είναι έγκυρο. Και μια κυανή γοργόνα κρύσταλλο να λάμπει στα φουγάρα ρωτώντας.