Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011








Navajo (δώρο από τη Δία κι ευχαριστώ πολύ)





Τι έχω μέσα μου; Πες μου να ξέρω.
Κιχωτικά θηρία, ερπύστριες τύμπανα
τη ζούγκλα ολόκληρη;
Πώς με κατάντησαν τα μίση οι χειμωνανθοί
η ομορφιά σου…
Μοναχικοί Κύκλωπες, περιούσιοι Κανένες
Αμελείς, αμέριμνοι, αφηρημένοι
με λεξήματα φλεβοκομβικά- παραγωγικές θλίψεις
που γονιμοποιούν την ακρίβεια στις επικλήσεις.
Βγάλε το δαχτυλίδι σου,
να χορέψουμε στη δίνη των νιπτήρων
απομνημονεύοντας μία προς μία
341+682…
δύο χιλιάδες εννιά ζωές απαρηγόρητες.
Πώς φτάσαμε γδαρμένοι ν’αυξήσουμε την ταχύτητα
στις σειρές των σελίδων με το καμουτσίκι
Να φτάσουμε ράγδην
στο κεφάλαιο «Μεγάλοι έρωτες».
-Οι «μεγάλοι έρωτες» χορεύουν τάνγκο,
αλλάζουν βέρες,
πριμοδοτούν τα ωραία μακριά δάχτυλα
με χάλκινη σκευή.
Οι «μεγάλοι έρωτες» δεν είναι για Έρωτα,
άσημα πάθη και λοιπές αηδίες.
Αποθανατίζονται σε κόντακ στιγμής.
Αποθεώνονται εν αγνοία τους
την καλοκαιρινή σεζόν.
Οι «μεγάλοι έρωτες» πάντα δεδικαίωνται
φιλολογικώς.
Οι άλλοι επιζούν με κομμένα μοσχολέμονα,
τυλιγμένα σε προφυλακτικό.
Οι άλλοι ζωγραφίζουν φαγιούμ
σε ανοιξιάτικες κατακόμβες.
Είναι-με μια μόνο μαθηματική πράξη,
που ξέχασες-οι χαμένοι-.
Με δύο χιλιάδες δέκα φάλαγγες,
αυτές που αφιέρωσες το ζεϊμπέκικο
του μολυβιού σου το πρωί.
Αστείο πράγμα οι Μεσαίωνες που άφριζαν
μέσα στα σαπούνια, χωρίς κτητικά τότε…
Τώρα;
Βγάλε το δαχτυλίδι σου.
Άφησέ το δίπλα στο λαιμό μου.
Σίγουρη θηλιά-εγώ στο λέω.
Aνθίζουν όσα μισημένα μες στο κεφάλι μου
ευλογούν ξυράφια κάτω από ατσάλινα
πετραχείλια.
Τι έχω μέσα μου; Πες μου να το ξέρω
Βγάλε το δαχτυλίδι σου.
Δεν θα περάσουν όλα.