Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Tιs θάλασσεs σταμάτα



Εκείνο το βράδυ θα πέθαινα. Άγγιζα  αφηρημένη το στέρνο σου-έκαιγες-έχεις πυρετό σου λέω τρέμεις.Πέρσι με τους νοτιάδες έκανες υποθερμίες.Κατακαλόκαιρο σου έβαζα πυρωμένα πανιά στο στήθος και στο λαιμό-φοβήθηκα.Εγώ ο λυσσασμένος σκύλος. Εγώ ο δράκος με τις μαύρες μπότες και τη φωτιά στο στόμα. Σε κάθε λέξη και συλλαβή κι ανάσα-πνιγόμουν.Σε κάθε τραύλισμα και ηχώ-φοβόμουν. Εγώ μια τολύπη κρεμασμένη παράταιρα απ’τα μαλλιά σου. Χαράματα στην πόρτα σου τραγουδώ τον Ακάθιστο ύμνο ραψωδία low bap. Τις τελευταίες ώρες που λογάριασε ο Χριστός χαμένα φιλιά αντικλείδια κόκορες του δείπνου το κρασί μη ματωθεί στο χιτώνα του μην αγριέψει το τέλος της σελίδας. Μαντεύουν οι Εστιάδες όλες μαζί αυτό που χτυπάει με δύναμη το κεφάλι μας-ένα παροπλισμένο καράβι που τελικά θα καεί στην πλάτη μου. Θα σ’αναζητώ έξω από το θηρίο. Εγώ ο σκύλος  που βαδίζω πάνω στο τεντωμένο σύρμα του αστεριού σου. Και θα’ρθουν οι τελευταίες μέρες του μήνα σαν απεργίες σαν αρώματα σαν ανδραγαθήματα θα έρθουν. Χωρίς πατρίδα τελειώνουμε όμως αρχίζουμε με καταγωγή. Υπάρχει τόπος για φανατικά θαύματα ερημιές ν’απλώνονται τα σεντόνια μας στον ήλιο και στον αέρα.Υπάρχουν κλίνες για παράξενους ανθρώπους. Λαμπρές φιγούρες περνάν στο κενό διαμελισμένες. Πεζόδρομος το χάσμα μεταξύ ρίζας και δέντρου. Στο βάθος των ορυζόνων σαλεύει σαν πελώριο στάχυ η σκιά απ’τα αμπέλια. Τις νύχτες που ο ήλιος χτυπιέται κι αλυχτάω εγώ ο λυσσασμένος σκύλος και γαβγίζω στον άγιο που κοιμάται στο σκοπευτήριο. Απ’τη γλώσσα μου στάζει το μοσχολίβανο σε σένα που με κοιτάς αταξίδευτος. Ξενύχταγες χρόνια να με ρωτάς και να σου απαντάω και να με ρωτάς ποια είναι η προέλευση της σκόνης σου; Φτάνει φτάνει όσο ιερό κι αν είναι το κολύμπι.Τι ωραίος που είσαι τώρα γυμνός τρελός απένταρος.Εκεί που ξηλώνεται η ραφή σου και με ρωτάς τι είναι μου λείπεις τι είναι σε θέλω τι είναι σ’αγαπάω-μάθε μου.Λέω χαλάσματα και μαζί δόξα.Μη λυπάσαι.Τι ωραίος που είσαι τώρα γυμνός τρελός απένταρος.Κι έχεις ξανά το σίδερο κι εμάς άστιχους. Κι έχω ξανά τη θάλασσα.