Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Eσπεpiδεs






Τελειώνει πληβείος ο τρόπος-το θέρος αφρός
Εκεί που κοιτάζεις αργούν να σωπάσουν τα ρήματα
Φρικτά φοβισμένος-καθρέφτης μιας νύχτας τεφρός
Την τρέλα ανιχνεύουμε να γράφουμε ποιήματα

Πήγα στα κύματα ξεπλύναν υπόγεια
Χαράζω στο δέντρο τον κήπο ποτίζεις
Ασπαίροντας έσπασαν ποτάμια τα λόγια
Ανάπηρο επίγειο χαρά μού κοστίζεις

Φουσκώνει η κλεψύδρα μα πέφτει η άμμος χρυσή
Ατμόπλοιο ο κίνδυνος με ερέτη σπασμένο τα Μέθανα
Ραγίζει το γράμμα τη φλέβα-αίμα αργό θαλασσί
Φιλάνθρωπη ρέμβη από τότε που πέθανα

Έκλαιγε δίπλα μου αθώος και φταίκτης
Ανάλαφρος ίσκιος με μονότονη στίξη
Ιστόρησε χνάρια από νότες της Έκτης
Πουκάμισο που ήθελε μ’ανάσα ν’ανοίξει

Νικήθηκε ο πόνος ενάμιση μήνα λυτός
Θνητός τελικά ο παράδεισος σβήνει ονόματα
Βαθαίνει ως το αδιάβαστο πένθιμο ο λωτός
Τελείες ρουφήχτρες διψάνε για κόματα

Νήπια τα μάτια σου κι η ζώνη κλεμένη
Ρωτώ για χρυσόμηλα-απαντούν οι Ατρείδες
Μονόπρακτα γύρισε η σελίδα καμένη
Σταμάτησε η έρημος στις Εσπερίδες

Υπέγραψες είδωλα-πρόσωπα αιχμάλωτα εκεί
Μυστήριο νερό αγριεύει της Νύμφης το πέραμα
Διαγράφει τον θρίαμβο κύκλο μ’οργή δανεική
Ερύθεια Αρεθούσα Αίγλη Εστία-τις έρανα

Κατάφωρη εξαίρεση κατάφωρη δίνη
Το τραύμα ερμήνευε κυανό σαρκοβόρο
Η πρώτη εικόνα μια αχυρόστρωτη κλίνη
Μας βάζει αναπάντεχα στην τελευταία Ζωφόρο