Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

feuillet





Το ανθολόγιο της σιωπής-ντιβάνι των σκορπιών
Τόπος ανάπαυσης για τους λύκους του χειμώνα
Φιλοσοφώντας για τη βροχή και τους ανέμους
Τις φοινικιές τις μέρες του Αυγούστου του Σεπτέμβρη
Μέρες του τίποτα και του απόλυτου
Κραδασμοί οι οποίοι κάποτε προσομοιώνονται σε στίχους
Με σφουγγάρια τρίβεις~σφίγγοντας τα δάχτυλα πάνω τους~
Καμβάδες και μπορεί να λες:σ’έσβησα
Αν φοβηθείς τη φασαρία του έρωτα
Πιο βολικός ο ουρανός από το δρόμο
Έχεις τη σκυτάλη της Αθηνάς
Αλλά ούτε ο αέρας ούτε το ήλιο αρκεί
Για να σε σηκώσει πάνω απ’το έδαφος
Τα ωραία σώματα ανεβαίνουν όταν
Τους φυσάς ζωντανές αναπνοές
Έξω από την πόρτα καλοκαιρινά βήματα
Μέσα στις ωοθήκες και στα θερμόμετρα
Κάνουμε το γύρο του θανάτου
Γιατί κανείς δεν φαντάζεται πόσο κακό θυμό
Μηρυκάσαμε ανάμεσα σε δόντια και ουρανίσκο
Ό,τι μας κράτησε ήταν κουρελάκι
Που η αρχή του χάνεται στ’ανελέητα βάθη των άστρων


Στα φαντάσματα δίνω να τρώνε ενύπνια κι έτσι ζουν
Για αντάλλαγμα με βάζουν να περπατήσω σε παραμύθια


Στο αναλόγιο του πάθους παίζει τις νότες
Χτυπώντας τα φτερά της η πεταλούδα
Ανάμεσα στα σεντόνια η διψασμένη αράχνη
Στο μαξιλάρι ανασταίνεται αργά η λύπη των εντόμων


Εξαργύρωσα το εισιτήριο και προχωρώ
Σε ταχύκαρδα τραγούδια
Τα τσιγάρα σου με ξυπνούν και με κοιμίζουν


Σβήσε το φως
Όσα μου απαγόρευσες
Σχιζοθυμικά απόψε
Θ’αποθεώσω