Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010





Καμιά φορά στον ύπνο μου νιώθω το μύρο
Από λυπημένα άνθη επιταφίου
Λες κι αυτές οι ώρες της ακινησίας εκπαιδεύονται
Από μια ψευδαίσθηση που ζεσταίνεται
Ανάμεσα σε πένθη και κλάματα
Θητεύοντας χρόνια στο ίδιο μαξιλάρι
Ξυπνάω τότε γιατί θεριεμένο το αίμα
Ζητάει πάλι να θυσιαστεί σε ρευστά γράμματα
Για τις υπογραφές του πόνου
Τα θάβω.όλα.τόσο βαθιά που να μην
Μπορούν ν’ανασάνουν
Ξεκινάει ένας γλυκός θυμός απ’το στομάχι
Και φτάνει στον ουρανίσκο
Παλίνδρομος.από κείνους που άλλοτε
Ισιώνουν το αίσθημα
Κι άλλοτε το καμπυλώνουν μέχρι
Που γέρνει προς την περηφάνεια
Να επιμένει κανείς στη ζωή
Πιστεύω στην αφή που συναρμολογεί
Τη δύναμη που με κάνει να σταματάω
Να περιμένω εξηγήσεις για το αδιόρατο
Εγγυήσεις για το αυθόρμητο
Ψηλαφίζω μεταμελημένη τα πικρά κουκούτσια-
Αντικείμενα φροϋδικού ονειροκρίτη
Για να τονίζεται ψυχικά το έμφοβο κάλλος
Κι όσες λέξεις δεν πρόλαβα
Όσες δεν είπα και δεν έγραψα
Αλλά τις κατάπια
Ακόμη γρατζουνάνε το λαιμό μου