Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010



Η άμπελος, η άμπελος,είπε κι έτρεξε προς τα κει,σαν ελάφι που τα κέρατά του ήταν κλαδιά,και τα χνάρια του άδυτα.Έτρεξα πίσω του, παρόλο που δεν είχε πέρασμα ,αλλά μπορούσα συχνά και να πετάω.Τον βρήκα να μασάει τα κληματόφυλλα,να τρώει βουλιμικά τα σταφύλια.Ήπιε κρασί και μέθυσε κι άρχισε να λέει ακατάληπτα λόγια όπως ότι ο κύκλος του θα κλείσει τελειώνοντας στα δάχτυλά μου.Ότι σημαδεμένοι θα ζήσουμε στην τόση έκσταση της λατρείας και μετά κανείς δεν θα μας συγχωρεί.Μπορεί-έλεγε-να πάθουμε και κανένα κακό γιατί οι αμαρτίες πληρώνονται εδώ και γρήγορα.Είχα ακούσει ότι έκαιγε βοτάνια αγιόριζα και κινάμωμο προκειμένου να τους κάνει να μην με φωνάζουν μάγισσα άλλου καιρού-αυτό τον ενοχλούσε αφόρητα,πιθανόν γιατί μερικές φορές το πίστευε κι εκείνος.Κάποτε έτσι με κοίταζε σαν κινούμενο σκοτεινό είδωλο που -ορμητικός ποταμός- τον κυνηγούσε.Γι’αυτό έτρεχε και τώρα προς την άμπελο γιατί με είχε δει στην παραφροσύνη.Ήθελε να γλιτώσει από μένα.
Στην άμπελο ζούσαμε και κανείς δεν το ήξερε πώς όλες τις νύχτες του μήνα είχε πανσέληνο-ερείπια που όρθριζαν και κυοφορούσαν το πιο εύθραυστο άνθος μιας άπληστης ερωτικής παράνοιας.

Ξαφνικά όλα σώπασαν-όλα έπρεπε να μείνουν βουβά-ως τη φανέρωση και το βήμα αλάνθαστο για μια νύχτα ακριβή όλο εξομολογήσεις.Σ’αυτή την ευδία του μισοσκόταδου-το φεγγάρι μελάνιαζε αργά,ώσπου έγινε ολοστρόγγυλος μώλωπας στο κέντρο του ουρανού- το τάνυσμα του ανεξήγητου τον είχε τρελάνει και κλονισμένος είπε πως είναι η Σελήνη θαμμένη θεά κι εγώ στην ομίχλη των νερών δείχνω ξωτικό.Άρχισε να με φοβάται σίγουρα.Γι’αυτό τον μεταμόρφωσα σε νερολούλουδο και του επέστρεψα το πρόσωπό μου σταγόνα σταγόνα όπως το ήξερε πριν μαγέψω.Στις σκήτες της αμπέλου τώρα με την όραση της Πυθίας φρουρώ την έρημο ενώ μόνο η θάλασσα με κατοικεί.Αυτός είναι ο τριγωνικός κύκλος αν θες να ξέρεις.