Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

δεν θέλω να δουλεύεις

Είχα μια φίλη. Τη λέγαν Κλαίρη. Η Κλαίρη διώχνει. Δροσερό όνομα. Μαράθηκε από άτυχους έρωτες. Σιωπούσε για τα άσχημα. Την κρατούσα από το χέρι. Σιωπούσε από πόνο.Κάποτε ήμασταν παιδιά.Στο δωμάτιο 101 οι προδοσίες είναι ακαριαίες. Δεν προλαβαίνεις ν’αντιδράσεις. Φορούσαμε μπλε ποδιές.
Μου χαμογελάει όταν την επισκέπτομαι αλλά δεν με θυμάται. Κουράστηκε. Δεν καταλαβαίνει αλλά αισθάνεται.Δεν μιλάει.Θέλω να τη βγάλω από κει. Από τόσο άσπρο. Να την ξεκουράσω με κάποιο τραγούδι. Να της δώσω πίσω το δροσερό της όνομα. Να της ανακουφίσω τα χέρια που πάλεψαν για τόσο λίγη ζωή. Να της θυμίσω τα χρόνια που παίζαμε τυφλόμυγα και κυνηγητό. Να της δείξω πόσα χρώματα χωράνε στα μάτια της,να πάρουν όλο το φως του ήλιου μπορούν, και να μην ξανασκοτεινιάσουν ποτέ. Θα τη βγάλω από κει.
Ναι. Μ’ένα τραγούδι θα τη βγάλω. Να γίνει αστραφτερό το έρεβος στις κόχες που κλαίνε. Η Κλαίρη κλαίει και διώχνει τον κόσμο. Κάπως από παλίρροια. Κάπως από καλοκαίρι. Επειδή μ’έπεισε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αθώοι. Γιατί κατά βάθος τίποτα δεν έχει εξουσία. Καίνε τα μάτια καίνε. Αν έχεις κληρονομήσει τη σωστή υπομονή μπορείς να πετάξεις. Σάπισαν τα τρένα και τα ταξίδια κι έμειναν οι χαμένοι έρωτες και τα ηρεμιστικά. Αυτό το ξεχασμένο θηρίο θα βγει από το λευκό. Η Κλαίρη διώχνει. Περιμένει με μια γραμμή ράγα να στρώσει το κρεβάτι που θα κοιμηθεί. Έχω μια φίλη. Τη λένε Κλαίρη. Δροσερό όνομα.

στην Πέννυ