Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

παλιά φωτογραφία

το μούδιασμα στο κεφάλι του υποχωρούσε όταν κρατούσε στα χέρια του τη φωτογραφία
δεν ήξερε να κάνει κάτι άλλο
φως φθινοπωρινό έμπαινε από τις χαλασμένες γρίλιες
κοφτό γκρίζο σαν καμμένο φιλμ-γελάει του χαϊδεύει τα μαλλιά το πρόσωπο τον φιλάει
γελάει
στο σκαλοπάτι προάστιο του φόβου στη βεράντα που πέρασαν χρόνια πυρκαγιάς
πονάει
το τελευταίο λεπτό όταν έφτανε στην πόρτα μέτρησε το βήμα του
άλλαξε το ρυθμό πέρασαν χρόνια αφέθηκε σε μια ήρεμη δυστυχία
στα σεντόνια είναι χριστιανός που ονειρεύεται και συγχωρεί εκείνους
που κατάφεραν σκαμμένες πληγές στη ζωή του τον όλεθρο να υποδέχεται φωτισμένα
τις αυταπάτες του σαν σε σκηνικό θεάτρου έλξεις παλιά τραγούδια
η πόρτα έκλεισε πίσω
να περνά απ’το σπίτι να χτυπά το κουδούνι κάποιο ραδιοφωνάκι παίζει λαϊκά
φθινόπωρο πικρό να σφυρίζει ο άνεμος ανάμεσα στα δέντρα
σπρώχνει τα πεσμένα φύλλα
παρκάρει το αμάξι κλαίει Κυριακή γήπεδο ποδόσφαιρο τσιγάρα βιαστικά
παραλογίζεται συχνά κρατώντας τη φωτογραφία να λιμνάζει ίδια η ζωή του
κενή αδιάφορη εκεί που άλλοτε άστραφτε το παράφορο
το σκυλί να σωπαίνει σταματάει στην κουπαστή ακουμπάει στο πλάι
αντίστροφα μερικοί άνθρωποι δίνονται αντίστροφα ζητούν και θέλουν
για κάποιους άλλους που ξέρουν τη γλώσσα είναι γρονθοκόπημα μέρα νύχτα
στο πρόσωπο καυτό σίδερο
αγνοώ αν ήθελε και κάτι άλλο πέρα απ’ τον αυτιστικό συλλαβισμό των περασμένων
δεν ξέρω αν ήθελε να κρατά κάτι άλλο στα χέρια του
πέρα απ’αυτή τη φωτογραφία αν ήθελε να ψιθυρίζει άλλες λέξεις μετά απ’αυτές της
προδοσίας του,σαν να μικροσκόπησε τον κόσμο τη νοσταλγία τα έβαλε τρυφερά
μέσα στην τυπωμένη στιγμή άπραγα πια άχρηστα και λάγνα
όταν πρέπει να αρθρώσεις την άρνηση κι ύστερα να κρατηθείς όρθιος να μη σωριαστείς
να το πεις όπως κάνεις έφοδο σε καιρό πολέμου για να λεηλατήσεις και να κάψεις
να το πεις να σφάξεις χωρίς τον παραμικρό αναστεναγμό
να δεις το αίμα να γελάς να κοιτάς τ’αστέρια ν’ανάβεις τσιγάρα να σκουπίζεις τα μάτια
με τα χέρια
στα λόγια των εικόνων μας στα τοπία των μορφών μας
το δέρμα που δεν αλλάζει κάθε άνοιξη στοιχηματίζει
για εφτά ζωές επίθεσης
γυμνές – πράξεις ανυπόδητες αυτό μένει αυτό καταχτυπάει κοιτάζει την καύτρα
με ύφος διαπνεόμενο από λανθάνοντα τιναγμό στο ερεβώδες του έρωτα
να πεις το όχι προμήκες να φανεί παυσίλυπο
να φανεί δυνατό μέχρι αφροδισιακό
αδιάκριτο να παλιρροεί στο στομάχι στον οισοφάγο ώσπου ν’ανεβεί
στον ουρανίσκο στη γλώσσα στα δόντια να βγει
συνεφαπτόμενο αποκοιμάται στη φωτογραφία
ο έρωτας αυτόπτης αλλά νεκρός
αυτόπτης αλλά νεκρός αλλά νεκρός νεκρός


ποια λέξη λέγοντας εκτός από αλεύρι μπορεί κάποιος να σε ψάχνει για πάντα?