Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

Arabesk2-Ο Κλέφτης του Καϊρου


Στον ύπνο μου βηματίζω καταμεσής ενός ενήλικου ξεχασμένου παραμυθιού Άνθρωποι χαρούμενα ζωντανοί ξυπνούν απ’το πρωί κτίρια που μέσα τους αχνίζουν συντρίμμια στις ταράτσες απλωμένα λευκά ρούχα φυσημένα από το πιο μοιραίο Άλφα της αγάπης μου για να αρμενίζουν όσο πιο ελεύθερα μέσα στην ονειρική εξέλιξη
Η παραλία γεμάτη Περπατώ ως το θερινό ανάκτορο του βασιλιά Φαρούκ Στους κήπους της Μουτάζα Κάποτε κι αυτοί ανήκαν στα θερινά ανάκτοραΤώρα ανήκουν στο λαόΈχουν τεράστια έκτασηΓια να μπουν οι Αιγυπτιώτες εδώ θα πρέπει να πληρώσουν είσοδο έξι λίρες Φορτώνω με συμβολισμούς τις περιπατητικές μου οδύνεςΤους επιβάλλω ευαισθησίες που σιχαίνομαιΑλλά το αίμα μου μοιάζει να συνθέτει τόσο εύκολα θύελλεςΜετά πανηγυρίζω την αχρηστία τουςΜην παρακάμπτεις τον ψυχικό μου αιφνιδιασμόΟ Φαρούκ ήταν άπληστος φιλόδοξος και κλεπτομανήςΚάποτε είχε κλέψει από τον Τσώρτσιλ ένα ρολόι τσέπηςΑυτή η μανία του τού έδωσε το παρατσούκλι «ο κλέφτης του Καΐρου»Συσσώρευε με τεράστια εμμονή υλικά αγαθά Τα λόγια η μουσική ο κόμπος το παράλογο γίνεται να μου αποκαλύπτουν κάθε στιγμή πόσο πολύ πόσο μοιραία πόσο γρήγορα με πόση παραφροσύνη σε έχω αγαπήσει?Πώς να σκεφτώ τώρα το εξαντλητόΠώς να σκεφτώ τώρα το άνοιγμα της αυλαίας μου στον υποκειμενισμό κάποιων ανήθικωνΞεχνάω τις δραματικές περιοχές με την επίπεδη ηθικήΞεχνάω το κροτάλισμα της σφαίρας κοντά στον κρόταφοΞεχνάω ό,τι είναι συνειδησιακά βιώσιμοΌλα τα υπονομεύω με την αμελημένη-ως τώρα-συγκίνησηΓιατί ο πόνος δεν κατεργάζεται αγάπηΤης αφήνεται όπως του αφήνεται
Αφήνομαι κι εγώ να ζήσω στην απαγίδευτη ενδοχώρα σου και στη δισυποστασία της με όλα τα δράματά μας κρυφά και έντρομα χωρίς την ελάχιστη υπόνοια λιποταξίας
Προχωρώ στο δρόμο προς την Ελληνική Κοινότητα και το πανέμορφο κτίριο που ο χρόνος άφησε τα πικρά του σημάδιαΤο Ορθόδοξο Κοιμητήριο το Ελληνικό Θέατρο το σπίτι του Καβάφη Σταματώ εδώ και μπαίνωΝα νιώσω την ποιητική του ζωή Ταξιδεύω με αργά βήματα στα δωμάτια που περπάτησε που ανέπνευσε που πόνεσε που μίλησε με τ’αόρατα
Στο υπνοδωμάτιο λίγα κακόγουστα αντικείμενα στο μελαγχολικό του μπαλκόνι προσπαθώ ν’αλλάξω τη σκέψη μου να ταξινομήσω το φορτίο του και το φορτίο μου
Ό,τι αγαπώ αισθάνομαι να είναι αυτή η δημιουργική σύνθεση και ενοποίηση των αντιφάσεών σουΣυχνά στις εκκλήσεις μου για μίσος δεσπόζοντες φόβοι προθερμαίνουν το ΝερόΕκεί -έχω συνηθίσει να-μπαίνω με σχετική ευκολίαΛιγότερο με φοβίζει το καυτό Νερό από μια ευτυχισμένη στιγμή Λιγότερο με φοβίζει από το να διεκπεραιώνω μια ζωή που δεν θέλω
Δεν κατάλαβα πώς βράδιασε τόσο γλυκά και ήρεμαΣτο δρόμο παίζουν ραδιόφωνα Μαγαζιά φωτισμένα και ανοιχτά ως αργάΟι ιδιοκτήτες απ’ έξω περιμένοντας τους πελάτεςΟ ουρανός κόβει τις αναπνοές μου με την ομορφιά του λαμπυρίζει πεντακάθαρα καλοκαιρινός Στο βάθος του στριφογυρίζει ολόλαμπρο το Κοχινούρ Βιτρίνες και καφενεία βγαλμένα από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 κεράσια και φράουλες σε καφάσια πάνω σε πάγκους με ρόδες Θέλω να ρωτήσω πολλά αλλά και τι πρώτα απ’ όλα? Δεν ξέρει κανείς αγγλικά Μέσα στα καφενεία υπάρχουν ημιυπαίθριοι χώροι και ηλικιωμένοι και παιδιά καπνίζουν αργιλέδες
Ποντάρω στο φερέγγυο διορθωτικό της ευμένειας του παρα-πλανητισμού σουΤα καλύτερά μου κομμάτια χωνεύει η μνήμη όταν λειτουργεί ελλειπτικά
Κρεμαστά μπακίρια και η εποχή προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά της αλλά δεν το κατορθώνειΠλαστικά λουλούδια έπιπλα με χιλιάδες κιτρινισμένα σκαλίσματα πολυέλαιοι αισθητική που αποθεώνει το πιο αναπάντεχα όμορφο κιτςΤα ρούχα και οι άνθρωποι που τα φορούν βγαίνουν λίγο λίγο στο φως από τις σελίδες κάποιου παλιού βιβλίου
Πληρώνω τον καφέ μου και τον αργιλέ 8,5 λίρες και συνεχίζωΜπροστά μου ένα χαμίνι ένας μικρούλης Αιγύπτιος σπρώχνει ένα τρίτροχο μαγαζί Πουλάει κάτι σαν αναψυκτικόΑγοράζω και του αφήνω ένα γερό φιλοδώρημα ΔοκιμάζωΕίναι νόστιμοΤο λένε σόμπια
Με σπρώχνεις στις ανυπέρβλητες συγκινήσεις και λέω πως αυτό είναι που μας ενώνει περισσότερο όταν οι αποδείξεις του έρωτα παραμένουν σταθερά ακατάλληλες Όταν ο επιμερισμός του στη σάρκα σου και στο δέρμα μου σέρνει αμφίλογους εαυτούς που θέλγουν σαν το μαρτύριο του Προμηθέα Με καταβροχθίζει κάθε δευτερόλεπτο που δεν μου μιλάς
Ζαλισμένη ακόμη απ’τον καπνό και τις εξομολογήσεις ακούω Η νύχτα της ερήμου και της θάλασσας έρχεται με τις πνιχτές φωνές των καμηλιέρηδων με τ’ανατολικά αστέρια να μοιράζουν και να παίρνουν αναπνοές
μπαίνω και περπατώ σ’αυτό το παραμύθι για να υπερασπιστώ με προαίρεση ταπεινότητας τη ζωή μαςΤόσο στην εξιστόρηση όσο και στην ελευθερία που αυτή μου δίνει Ωστόσο οι αναλυτικές μου ικανότητες ξεπερνούν κατά πολύ τις δυνατότητές μουΔεν έχω αυταπάτες
Μπαίνω σ’αυτό που μου φτιάχνεις για να βρω το δρόμο σου και το δρόμο μου και σκοπίμως να εμπλακώ στο ατέρμονο της αναζήτησης κώδικα-όχι αναγκαία ερμηνευτικού- που διαταταράζει τα κείμενα της ζωής μου
Δεν θα διαβάλλω τα υποθετικά δεδομέναΑλλά να, αυτό που διακρίνω με σοβαρή βραδύτητα λίγο πολύ μοιάζει να προσαρμόζεται αυτόνομα σ’αυτό που έχω πλάσει στο μυαλό μου για σέναΚάτι που δεν μπορώ ακόμη κι αν θέλω να το αγνοήσω
Ο πειρασμός να θέσω τα πράγματα και να τεθώ υπό αμφισβήτηση είναι μεγάλος Η σωστή διαχείριση όσων μου αποκαλύπτονται απειλείται από την απώλεια της ανεξαρτησίας της εφόσον ο περιβάλλων χώρος και ολόκληρο το τοπίο εδώ αποπνέουν υπερβάλλοντες συγκερασμούς σου και μου υποδεικνύουν συλλογισμούς που σε άλλο διαφορετικό ή ξένο τόπο δε θα έκαναΚαι είναι κάποιες στιγμές που ακόμη και η ανταλλαγή λέξεων περιττεύει
Το θερινό μολύβι μου το κατακαμμένο ψιθυρίζει εχέμυθα τις αμφιθυμίες μουΣπρώχνει-όπως κι εσύ- τα γράμματα στην θάλασσα Σρούτι πανάκια φουσκωμένα να πνέουν στις σελίδες τις διαταραγμένες και σπουδαίες εδώ σ’αυτή τη γωνιά του κόσμου οι κραδασμοί της Αλεξάνδρειας αγκαλιάζουν το όραμά μου μαζί σου και σε κρατώ
να με προσέχεις