Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

Λέξεις/3 Οπωσδήποτε Παράθυρο

photo by Φαίδρα Φις-Τήνος 2009

Ταχύτατα οι λέξεις διαδέχτηκαν η μία την άλλη. Σχεδόν χωρίς αναπνοές. Επιπόλαιες, απερίσκεπτες και μετά αγνώμονες, όπως οι ανάγκες που ψυχρόαιμα αδιαφορούν για το τι σου διαμορφώνουν. Ποιο πέρασμα. Ποιο άβατο.Για το τι αφήνουν πίσω τους μετά την κατάρρευση. Αυτές τεντώθηκαν σαν σχοινιά κοφτερά, λάμες μαχαιριών και σ’έβαλαν να ισορροπείς πάνω τους με κακεντρέχεια. Αφού πριν,επιμελώς σε γέμισαν, είδωλα και αντικατοπτρισμούς.
Κατόπιν-τώρα δηλαδή-σε προκαλούν να πέσεις από τα ψηλά σχοινιά τους, στα οποία μόλις και μετά βίας ισορροπούσες, χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
Την τελευταία στιγμή της μετα-στιγμής, θυμάσαι πως έπρεπε να είσαι εγκρατής. Θυμάσαι πως δεν έπρεπε για κανένα λόγο να τις εκστομίσεις. Να μην περπατήσεις στις μέσα τους παρακινδυνευμένες διαδρομές. Θυμάσαι πως έπρεπε να περιορίσεις ή να ελαχιστοποιήσεις την ανάγκη σου να τις προφέρεις.Να εγκαλέσεις εκείνη την παλιά λογική,-ν’αποποιηθείς την τρέλα-την άσκηση να τις υποτάσσεις ακόμη και να τις ταπεινώνεις. Όμως είναι πια ειπωμένες. Τώρα είναι αργά. Τις πρόφερες από την αρχή λες και ήταν αδοκίμαστες.Ασύδοτο σου επιστρέφουν το απολυτήριο με βαθμό μηδέν και διαγωγή κοσμία. Αφού διήνυσες αλαφιασμένα χιλιόμετρα και χιλιόμετρα μέσα τους, από τις ρίζες των μαλλιών σου ως τις ρίζες των δέντρων τους. Αφού τις φόρτισες με θρησκευτική νεύρωση σχεδόν, κάθε λογής αισθήματα και δυνάμεις,τονισμό-οξεία περισπωμένη βαρεία-πνεύμα-ψιλή -δασεία.Αφού τις έφερες στο φως,σε όλες τις πτώσεις, τις φωνές, τις εγκλίσεις, και τις διήθησες,τις στέγνωσες στα πάθη τους.Καταλαβαίνεις. δεν θα υπάρξει ευκαιρία για συνεννόηση. Η υπαρξιακή ασάφεια της ανασφάλειας του ανθρώπου είναι μια βδέλα που όχι μόνο κάνει αφαίμαξη αλλά και χειραγωγεί και το δευτερόλεπτο της στοιχειώδους λογικής σου,αηθώς. Και κάθε δευτερόλεπτο τέτοιας ποιότητας δεν μετριάζεται,δεν απαλλοτριώνεται. Ούτε είναι δυνατή η απαλοιφή του.Είναι φίδι που ενεδρεύει και επιδεικνύει με χαιρεκακία τα δηλητήρια του.
Αλλά ξέρεις. Αυτές δεν έχουν ανάγκη. Αυτές θεραπεύονται και διαβιώνουν ασφαλώς κάτω από το δέρμα σου ξανά τις στιγμές που εσύ κρίνεις ως χειρότερες και θες να τις νυχτώσεις και θες ν’απορρίψεις, ν’αφορίσεις ουρλιάζοντας,μετερχόμενος τα πιο σκληρά και βίαια μέσα που πάλι αυτές θα σου δώσουν. Βλέπεις. Έχουν όλη την εξουσία. Συγκεντρωτικά. Είναι οι απόλυτοι μονάρχες.
Τώρα οφείλεις τις διαμετρικά αντίθετές τους. Στους κροτάφους και στη σφιγμένη καρδιά καταχτυπούν,καταπλήττουν τα φραγγέλια.Από παντού σε κυκλώνει μια νοσηρή ευαισθησία που σε σπρώχνει βίαια στη συνθηκολόγηση που αποστρέφεσαι. Σταθερή λύπη. Οι περισπασμοί δεν πιάνουν. Ούτε το malum morale.
Επιμένουν στον ήλιο. Στη μέρα και στη νύχτα σου. Επιμένουν στις χάσεις και στις φέξεις της Σελήνης. Στριφνές, στυγερές, αφανιστικές σαν γενετήσιο ρίγος. Δεν τις κόβει ούτε σπαθί αδαμάντινο.
Είναι κάπως σαν το παιχνίδι των αναγραμματισμών. Είναι κάπως σαν αφελές παιχνίδι σφαλμάτων. Ίσως να μην υπάρχει η προμελέτη. Αλλά υποφώσκει η πλημμέλεια ή η αμέλεια.Επαρκέστατες για τέτοιου είδους αυτοκαταστροφές και αυτοχειρίες.
Κάποτε στην Αίγυπτο ο ιερέας του Άμμωνα, προσφώνησε τον Αλέξανδρο παιδιός αντί παιδίον. Σφάλλοντας το Νι σε Σίγμα. Ξέρεις τι άκουσε ο Αλέξανδρος? Παι Διός!
Oι λέξεις είναι ακίνδυνες όταν προστατευμένες στεγανά,ανώνυμα,μέσα στα μαύρα κουτιά της πτώσης τους, δεν αποκαλύπτονται.
Δεν μου χρειάζεται καμία επηρμένη ακοή, καμία εξαίσια αφή για να φενακίζει μέσα μου,ναρκώνοντάς το,το στυπόχαρτο της αθανασίας τους. Αφού με έξυσε κι έκανε το κέφι του,τώρα είναι η σειρά μου. Το καίω και γεύομαι τη στάχτη του.





Αχ πώς μου 'γινε τo αλφάβητο του είναι μου τραυλό
Πού είναι αυτό το κεφαλάκι που φυσούσε τον αυλό
που είχε όνειρα το σώμα μονοπάτι η αναπνοή
κι έναν κόσμο είχε ακόμα των ανθρώπων η ζωή
Οπωσδήποτε παράθυρο Οπωσδήποτε παράθυρο
Να βλέπω έξω Να χαμογελώ
Και ποιον δεν πήρα εγώ με το καλό
Οπωσδήποτε παράθυρο Για να πιστέψω πάλι από την αρχή
Μπροστά σε μένα αλλάζει μια εποχή
Αχ πώς μου 'γινε το αλφάβητο του είναι μου τραυλό
και το μαύρο χαρακάκι για τα σχέδια μου στρεβλό
Ίσως να 'φτασε η ώρα ίσως να 'ρθε η στιγμή
να φυλάξω από την Πανδώρα την ελπίδα στο κουτί




λόγια:Λίνα Νικολακοπούλου

μουσική:Γιάννης Σπάθας

ερμηνεία:Τάνια Τσανακλίδου







Η ανάρτηση αφιερώνεται στο φίλο μου
Δημήτρη Χατζόπουλο



Δημήτρη Χρόνια Πολλά
σε όσα ζούμε,αγαπάμε, μισούμε,ελπίζουμε,τολμάμε,χαιρόμαστε,μελαγχολούμε,παραφρονούμε
και είναι αυτά -όλα,γενέθλιοι φάροι και μαζί ρωγμές-που για πάντα μας
έχουν ενώσει ακριβά και σφιχτά