Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

φεγγάρια σκοτεινά


Μεθυσμένες οι μαύρες πέτρες στα ρεύματα των φλεβώνΤυφλές νύχτες και κοχύλια που συμπυκνώνουν την ένταση χιλίων ανέμωνΣτρατεύονται αόρατα καρφιάΕνώ τα ξίφη εξορισμένα αστράφτουν σε ακίνητο και πηχτό βάλτοΟρύσσεται άγρια και κρύα σάρκαΣημειωτόν οι πυράκανθοι της υπογραμμίζουν-με σταματημένο κόκκινο- κάτω από ένα απαλότερο χιόνι τη στέρεα σαν τσιμέντο σκόνη και ανάλαφρη σαν τέφραΤο έγκλημα απερίσπαστο άτεγκτο κι απεριποίητο το συντήρησα πέρα απ’την κλοπιμαία αφή στο βραχίονα του δεξιού χεριού και στα δάχτυλα που ό,τι ως τώρα εγκωμίαζαν ήταν το βέλος που έδειχνε λάθοςΔιεκπεραιώνοντας έτσι ένα προαναγγελθέν θανάτου μεταμέλειαςΕπαληθεύω το τρένο που δεν έφτασε κι όμως δε ζητώ την άφεσηΆλλωστε κανείς δε θα θυμάται γιατί με κράτησεΤο προτιμώΝα είμαι το ανεξιχνίαστο ενθύμιο της τελευταίας θαυματοποιϊαςΣυνεννοητικός στην αειπάρθενο και φρενήρη ασυνέχειά μουΓιατί και όλες οι ουσίες που εκκρίνονται στον εγκέφαλό μου με βίαιη διαπλοκή κατοχυρώνουν το βραχυπρόθεσμο ένταλμαΤο εσώστροφο στοιχείο μου αναγκάζεται σε εμπρησμό προκειμένου ν’αποβληθεί το απόκοσμο εκμαγείοΜισοπνιγμένος στο σώμα μου παρατείνω την ψυχραιμία στο καθαρό πρόσωπο μαγνητίζοντας τις πιο εύθραυστες συλλαβές της αθωότητας τις οποίες αδυνατώ ωστόσο να αρθρώσω ακόμη και να ψελλίσω μέσα από καλώδια





Φεγγάρια σκοτεινά
θερίζουνε ξανά
τους έρωτες των δρόμων
Κι από κει
μια ώρα διαρκεί
ο βίος των εντόμων

Σ’ αγαπάω και βυθίζομαι
στη ρωγμή κι απελπίζομαι
Έπεται γιατί δρέπεται
η κραυγή του θηρίου
Σ’ αγαπάω σαν οτιδήποτε
κόσμε μου έρημε κι αλύτρωτε
Τα τρωτά απορρίπτονται
στα υπόγεια του κτιρίου

Χαμένη κιβωτός
ο μέσα εαυτός
που δεν ολοκληρώνει
Κι από δω
αυτά μπορώ να δω
και τη ζωή σαν χιόνι