Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

dirty chilli luna


Ευάλωτη στην ανθεκτικότητα soul kitchen.Είναι που βλέπω το κόκκινο φεγγάρι μυωπικά. Παίρνω το φακό. Παραμορφώνει.Μέσα στου Μάρτη το νεροχύτη χύνει ο θεός φωτιές. Τι άλλο θα φωτίσεις? Κάνε γρήγορα. Αποφάσισε. Σε πυκνά κτίρια το βλέπω ανάμεσα να πετά και να τρυπώνει. Τρυπάει τους τοίχους. Τα συμπιέζει με το φως, φτιάχνουν καμπύλες κομψές και μεσούλες όμορφες. Δαχτυλίδια. Βρώμικη ανάσα καπνού. Θα μας διαλύσει. Το φεγγάρι έχει άμμο. Η άμμος κρέμεται παγωμένη σαν τους σταλακτίτες από τα ντουλάπια που έχουν τρίαινες.Ολάνοιχτο δέρμα το δέρμα σου όπως το ιδρώνει το άηχο τραύμα, φέγγει κι αυτό. Σκισμένο δέρμα κι ετοιμοπόλεμο. Το σπίτι τρέμει τραντάζεται όπως εξπρές σε ιλιγγιώδη σιδηροτροχιά. Περνάει βαμβακερός και περιφραστικός ο Ποσειδώνας.Ο συνεσταλμένος πρίγκιπας του φράχτη με παραφυλάει με την τρίαινα.Ξέρει ότι βγαίνω στην ταράτσα με τέτοιο καυτερό φεγγάρι. Απόψε δε θα βγω. Τον βλέπω. Εραστής στο αίμα. Σιωπηλό θηρίο στην κουπαστή. Σκαραβαίος σκόνη άμμος και λάσπη.Θρασύδειλος αυχένας που υποχωρεί. Θ’ανοίξω το παράθυρο να μεγαλώσει η στοργή. Στο πόμολο αλφάβητο για μυαλά που οδοιπορούν στη λάγνα μεθόριο της σελήνης.Σε γνώριζα απ’τη σιωπή. Σε γνώριζα απ’τα καταχτυπήματα στους μήνιγγες. Σε γνώριζα κι από το σχήμα που παίρνει η μήνη του στόματός σου όταν φυσάει το Φι. Λες πως σβήνει κεράκια γενέθλια.Στην πιο άγρια εκδοχή σβήνει φωτιά. Κυκλικές ώρες κάρουζελ. Τα αλογάκια χτυπούν τα πέταλα στο χαρτί. Αυτά είναι. Αυτά είναι! Όχι εγώ. Αυτά σε φέρνουν από άναρθρο δοξάρι και ηνίο και σε πηγαίνουν στο πόμολο. Σ’έχω δέσει εγώ, με σχοινάκια, μη φοβηθείς. Μπάτζι τζάμπινγκ να κάνεις από κει. Δεν είναι μεγάλο το ύψος από το πόμολο στο νεροχύτη. Καλύτερα έτσι παρά προσηλωμένη στο λίγο του αφρού. Ava. Αφού κι εσύ είσαι βουλιμικά τυφλός, καταφάσκω στο άχαρο πένθος του δεκαπενθήμερου. Έγινε τριχιά ο ιστός της αράχνης σου. Φύτρωσε στον εγκέφαλό μου. Έκανε φωλιά. Κι όχι με τρόπο δειλό. Κοντεύει να σπάσει ο αυχένας μου απ’το βάρος. Κάνω σπασμούς τη νύχτα, τότε που τα ένστικτα χορεύουν στα όνειρα. Μακρόσυρτα σαν αμανέδες. Ο εραστής μου ο Τειρεσίας σβηστός. Το φεγγάρι κάλπασε.Ανέβηκε. Κατέβηκε. Άναψε. Χόρεψε. Ήπιε. Έσπασε.Έφτιαξε τα κτίρια τα κακοφωτισμένα, ροζ, μωβ,κόκκινα με ασημένιες δαχτυλιδένιες μεσούλες. Έκανε τον πρίγκιπα να περιμένει και έσβησε τον εραστή. Η άμμος του Μάρτη κύλησε απ’το πόμολο στον νεροχύτη και πάγωσε σαν σταλακτίτης. Το φεγγάρι έλιωσε. Έσταξε στην αυλή το μισό. Το άλλο το πήρε μέσα το κεφάλι μου. Έχω μισό βρώμικο καυτερό φεγγάρι στο κεφάλι μου. Ασθμαίνει μέσα μου μισό φεγγάρι. Έχω ολόκληρη καρφωμένη τη φωλιά του.

Θα γονιμοποιηθεί με τον ιστό της αράχνης και τότε θα γίνω κόκκινη. Για χίλιες νύχτες. Πιο κόκκινη από την κόκκινη του Κωστή. Πιο διαρκής. Η μεγαλύτερη μεγάλη κόκκινη. Χωρίς σκουφί. Σε περίπτωση που επωαστεί όμως και σπάσουν τα τσόφλια του, θα κατεβούν στα μάτια μου πιπέρια και θα γίνω Μαύρη.

Στην Κοκκινοσκουφίτσα που είχε το ίδιο φεγγάρι στο μυαλό της.
Όταν έκανε μπουμ το είδε ο λύκος τρόμαξε και το έβαλε στα πόδια.
Παράκληση: Λύκε κάνε ουουουου. Να φοβηθώ να μη φοβάμαι.