Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

δεν είναι ώρα για ρομαντισμούς


Ανάποδα κοιτάζουμε τον ουρανό.
Στρίβεις μια τούφα από τα μαλλιά μου.
Δεν είναι ώρα για ρομαντισμούς, μου λες.
Όμως ένα ζαλισμένο φεγγάρι ξέμεινε
μπερδεύτηκε στο σώμα σου
-και η ευχή είναι:να «θυμάται πόσο έχει αγαπηθεί».

Βρήκα την ευκαιρία να σου κλέψω τα κλειδιά
-μην καπνίζεις άλλο
Τα κεριά λιώνουν στα μάτια σου,μου λες.
Δεν είναι ώρα για ρομαντισμούς,σου λέω.
Και τ’αστέρια, συνεχίζεις.

Οι Αφροδίτες και οι Αρτέμιδες με τα χρυσά τόξα.
πάνω μας ο ανεμιστήρας στο ταβάνι που
τα φτερά του γίνονται πτερύγια ανεμόμυλου
στριφογυρνούν αλέθοντας τα τελευταία λεπτά της εβδομάδας
Υπερφίαλος ρομπέν. Θρυμματίζει τις καλές πράξεις που έκανε
σαν παξιμαδάκια κηδείας.
Ο ρομαντικός Σοπέν,λες Το αδήριτο Χι, σου λέω.
Θρυμματίζουμε τα άλφα και τα ρο και τα γάμα, με γυμνά πέλματα

τα πατάμε για ν'αποστακτεί
Το μικρό στιγμιότυπο που θα επιβεβαιώνει
Τη συνάντησή μας

Δεν υπάρχουν βότανα που ηρεμούν.
Δεν υπάρχουν τσιγάρα.
Δεν υπάρχουν φάρμακα παυσίπονα και παυσίλυπα.

Να μεταφράζω από τα φροϋδικά στα ασφαλέστερα.
Να, πώς δημιουργούνται τα υποκατάστατα.
Και στη διάλεκτο του Γιουνγκ απλώνονται
οι λέξεις οδοστρωτήρες
Για τα ασφάλτινα ημίμετρα

Κρατώ στο χέρι μήλο με ακουστικά για ν’ακούω τις προσευχές που ντρέπεσαι-από αντρικό εγωισμό- να της μιλήσεις. Έχω και μια υδρόγειο στο κεφάλι να’χω κοντά όλες τις αποστάσεις της θάλασσας και του Ταυ του αγχέμαχου. Σε ποιο τροπικό πιάνο να ξαπλώσω. Λένε τα πλήκτρα ιστορίες για την «αγάπη την κρυφή που δεν ξεφανερώνει»?
Σε ποια νευραλγική κιθάρα. Αγκυρο-βόλες οι χορδές κατασπαράσσουν τον εγκέφαλο.
Να δέσω κάβο στον κρίκο της αποβάθρας.Ρυμουλκό Χαράς.
Και την εσάρπα στους αστραγάλους να την τυλίξω.
Για πέντε μέρες και για δέκα νύχτες να είναι προστατευμένοι από βλέμματα.
Βίδες καρφώνω στα μήλα. Να βάψω τα χείλια ριγέ, δυο ζέβρες να τρέχουν, φυλακισμένες από καιρό.
Να κρεμαστώ κι εγώ στην καρέκλα μαζί με το μαύρο πουκάμισο που άφησες εκεί.
Κι από ένα θαλασσί παράθυρο ολάνοιχτο να φεύγει ο φόβος, την ώρα που στα μάτια σου θα φεγγίζουν τ’αόρατα, έλλειψη.
Πάρε το κοράλλι. Πάρε τη ζυγαριά και πες μου.
Στο ένα ζύγι έχε το κοράλλι, στο άλλο το στάχυ.
Πού καρφώνονται καλύτερα τα φιλιά?
Πού καρφιτσώνονται πιο στέρεα?
Στα κοράλλια στα χαρτιά,στα στάχυα ή στο γιακά σου?
Τίμιο ξύλο θλιμμένο να συμπιεστώ και να τρέξει μύρο.
Αφού δε γίνεται το βράδυ, κόψε το δέντρο. Δώσε μου τις ρίζες. Κράτα τον κορμό. Το φύλλωμα ανάμεσά μας. Γιατί πίσω από το χέρι σου θέλει να κρυφτεί ο παράδεισος. Γιατί πίσω από άστρο το κόκκινο που αστράφτει στη διεσταλμένη σου κόρη απ’αυτό το αιχμηρό αθέατο, τρυγώ την πίστη. Απεγνωσμένα φαγωμένες οι ώρες.

Στους βυθούς των πηγαδιών ανασαίνουν τα αστέρια. Στα όστρακα οι διάττοντες.
Από μυστική ευχή έρχεται από μένα σε σένα το λευκό χαρτί,άγραφο, με ορμή, και σε ανεβαίνει και σε κατεβαίνει. Ωραία να σ’αιχμαλωτίζει η δικτυωτή σκέψη και το διάφανο κορμί.
Και να’ναι η καλή τύχη της μεσονυχτίας που τις γρίλλιες διάπλατα θ’ ανοίγει και φαινόμαστε ο ένας στον άλλον από μακριά, Αγάπη. Από κοντά, πληγή.
Και να μας σύρει πλέοντας και τραβώντας εμείς τα κουπιά του ονείρου
ως το πιο δύστροπο άστρο να γίνει Άλφα του Κενταύρου,ξανά.
Καταρράκτης στα φρουδικά σημαίνει με τα σανδάλια του Ερμή να έρχεσαι,σου λέω.
Ιρίδισε η αλκοολική φωνή σου, μου λες.

-Δεν θέλω να φύγω.
-Δεν θέλω να φύγεις.
-Δεν είναι ώρα για ρομαντισμούς.
-Δεν είναι ώρα για ψευδονίκες.