Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

υπνοβασίες



Ο τοξότης με τη βαλλίστρα επέστρεψε.Από νοσταλγία.Τα τερατάκια που σέρνει μαζί του,μετουσιώνονται σε αυτοκαταστροφική δίψα. Παραμονεύει ο καιρός σαν πυροτέχνημα που αν σκάσει τα σπόρια του φόβου θα σκορπιστούν και θα διαλύσουν τη μαγεία της αναμονής…και δεν ξέρω και πού αλλού θα βρουν κατάλληλο χώμα και μαλακό να καρποφορήσουν… Κι ένα εύθραυστο σώμα με κρατά αιχμάλωτο, με κρατά δεμένο στο δικό σου. Κάπως έτσι διαρρέουν οι αμφιβολίες μου και συγκινησιακές δυνάμεις μπορούν να μου υποδείξουν να υποδυθώ ακόμα και το δολοφόνο. Όσο ξέρω ν’ αγαπώ άλλο τόσο ξέρω και να σκοτώνω. Μπορεί άτεχνα. Μπορεί υπαινικτικά. Ή συγκολλώντας θραύσματα μνήμης. Στις ενύπνιες περιπλανήσεις μου, ένας αγγελιαφόρος, οπωσδήποτε ονειρώδης, διασώζει τη σαγήνη του αλλόκοτου πλάσματος που είσαι. Δεν προβαίνω την εύκολη ταύτιση. Έμαθα να περιμένω. Έμαθα να ωριμάζω, να μη βιάζομαι. Ποιητής της ερήμου είμαι πια... Κάποτε με φώναζες βαβυλωνιακό εραστή... ήξερα ναι, να διασπώμαι... ναι , να σκορπίζομαι. Τώρα όμως, εσύ είσαι το όνειρο-δρας ως αντίδοτο- στην απελπιστικά γρήγορη κατανάλωση της βιασύνης...Χαίρομαι που δεν κατάλαβες τίποτα...αντέχω και χωρίς λέξεις.



Το φεγγάρι απόψε μ'εξόργιζε,και περισσότερο
η σιγουριά του πως αρέσει και γητεύει,το κατέβασα,το κράτησα λίγο στα χέρια μου-μ'έκαιγε-το έσπρωξα πιο κει-τα χέρια μου πονούσαν από την έλλειψη,την έκλειψη,τη στέρησή ή τη θλίψη-μετά,από θυμό και μίσος ακλόνητο το κλώτσησα ή το πέταξα-μήπως θυμάμαι?-στην αιχμηρή γωνία μιας κορυφογραμμής,-αρχικά έξυσε το δέρμα του και μέσα φάνηκε το αίμα των κρατήρων,βαθιές τρύπες να κοιμούνται τα άλλοθι-όπου οι εξαιρέσεις αμφισβητούν τους κανόνες
κι αλυχτούν σπουργίτια σε μια εκδοχή απονενοημένης κατάφασης στο συντριπτικό κάταγμα του φεγγαριού,
μετά τα χέρια μου έπαθαν εγκαύματα,μάζεψα ένα ένα τα θραύσματα του φεγγαριού και τα έχωνα με δύναμη στις παλάμες και στα δάχτυλα,να εκδικηθώ τόσες διπλές νύχτες κατά τη διάρκεια των οποίων η σελήνη με υπέβαλλε σε γραφές άωρες και παράωρες,

Δεν ήθελε ούτε το βουνό να το πληγώσει,η αιχμή όμως ήταν η μόνη άμυνα που διέθετε απέναντι σ’ένα μαγευτικό φεγγάρι,κόκκινο και οπλισμένο,
Κατηφορίζει στο πρανές ξοδεύοντας την κατηφόρα για την ευκολία,και τώρα στις φαγωμένες άκρες του ξεκαρδίζονται στα γέλια σπουργίτες και το τσιμπάνε πιο μέσα μέχρι που φαίνονται τα κόκαλά του.



υποκύπτω σε μια φάση τυφλής ευφορίας-αδιανόητο για τη φύση μου-
με την πρόθεση του αρχιτέκτονα που θέλει να μεταλλάξει τις προφάσεις του αστικού τοπίου,και να το μετατρέψει σε μεταλογικό παραμύθι σε δάσος όπου η τρέλα είναι χαοτική και ξεπερνά οποιοδήποτε περιορισμό,
ωστόσο,το προηγούμενο μυθολογημένο παρελθόν αποδομείται,
υπαιτιότητι συγκείμενων ενορχηστρώσεων ελπίδων
καθώς και της εκδραμάτισης ενός τρικυμισμένου μυαλού πυκνής από νήμα και γάζα μαυρόασπρης παλίρροιας,
σαν ψίθυρος που καταγράφηκε ερήμην των ηρώων του,
στις ανεκδήλωτες τιμές μιας σιωπηλής λατρείας της Μεσογείου,
και μιας βεβηλωμένης βεβαιότητας ευωδιαστού τάφου,
υδάτινης καλοκαιρινής γλαυκότητος,
στη σκοτεινή ταραχή των αφρισμένων αστεριών,
μονογραφία που στρέφεται σε ακρότητες και λοξά νεκρομαντικά αδάμαστα βουνά από το χρυσαφί του σιταριού και της κόγχης μιας άτρωτης επιθυμίας πανικού,
πάλι ο προαιώνιος ηχηρός υπαινιγμός εκκρεμοτήτων
και η εμπειρία του γκρεμού που χάσκει...




όταν ξυπνώ τα βράδια,σ'αυτά τα μικρής διάρκειας λεπτά-μεγαλύτερης πάντως από την αντικειμενική ώρα που μετρούν οι λεπτοδείκτες-και κατά τη μετάβαση από τα έγκατα σε ομιχλώδες και ανοχύρωτο τοπίο-το οποίο δεν εξαπατάται ούτε χειραγωγείται-κάτι με κρατά πνευματικά υποταγμένο σε νευροσπάστη με πρόσχημα μια κατασκευασμένη αλήθεια-υποπτεύομαι την πλάνη αλλά δεν δύναμαι να κινήσω μέλη και μάτια-,χάνω σταδιακά την πνευματική μου επάρκεια ενώ παράλληλα ισχύουν οικειοθελείς συγκείμενες ανελεύθερες και διαδοχικές απογοητεύσεις από βαμβάκι και χειρουργικές γάζες,
παραμένει αινιγματικός ο χρόνος των "λεπτών" και σαν έσχατη παροχή σ'αυτή την ονειροληψία μου φανερώνει έναν πρισματικό λόγο,συνθηματικό, του οποίου κάνω αποσπασματική χρήση καθώς επανέρχομαι στην αρχική φυσική και ανισόρροπη κατάσταση κατάρρευσης των ορίων μου και τις συνειδησιακής μετατόπισης
μιας καθολικά παραισθητικής εικόνας
φρικτής ρωγμής φρικτά μονότονης.



"Μια ζωή μια αγάπη
προσπαθώ να σεβαστώ
μα δε ζω στο χτες
έχω ανοιχτές
πόρτες στο παρόν
γέφυρες γι' αυτόν
που 'χει κάνει λάθη
για να μάθει το σωστό

Μια ζωή μια αγάπη
σου 'χω δώσει αμαχητί
κόψε τις σπαθιές
κόντρα σε σκιές
κόντρα σε παλιούς
έρωτες τρελούς
μη ζηλεύεις πάθη
που με κράτησαν στη γη

Μη ζηλεύεις πάθη
που δε μου 'δωσαν φτερά
δες με αγκάθι-αγκάθι
λογαριάζω τη φθορά
κόψε τις σπαθιές
και τις κριτικές
κόντρα σε φιγούρες τραγικές

Λευτεριά γι' απόψε πάψε να χτυπάς με ορμή
το κορμί μου ενδύω με το ουράνιο του κορμί
δε θα σκλαβωθώ τι κι αν του δοθώ
ως τον ουρανό του, θ' απλωθώ

Το κορμί μου ενδύω
με το ουράνιο του κορμί
τι κι αν του δοθώ
δε θα σκλαβωθώ
κόντρα σε παλιούς
έρωτες τρελούς
μόνη μου θα δύω
θ' ανατέλλω μοναχή "