Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Αφήγηση περισπώμενη









Τα εγκλήματα διανοίας δεν παραγράφονται. Οι ενοχικοί αφήνουν σημειώματα. Τα γαϊδούρια σου χαμογελάνε.

-Καλύτερα να μη γυρίσει. -Καλύτερα για ποιον;


Ας πέσει πάνω του ένας τοίχος. Μη γελάς, δεν είναι αστείο. Έσπασε το ένα φτερό.


Μια γραφή λύπη έμεινε. Ανάμεσα σ’ αυτή και την τελεία, κορμός για να χαράζεις στα φραγκολεβαντίνικα επί μακρώ το Χι το Χι το Χι το Χι το Χι το ΧΙ. Ατήρητο.


Πώς; Είπατε κάτι; Βήξατε; Πρόβλημα με τις αμυγδαλές; Περνάτε και τις παιδικές ασθένειες, όπως επληροφορήθην. Γάλα ή λεμόνι στο τσάι σας;

Να μην ανησυχείτε. Ψυχιατρίζομαι παράλληλα ως ιδανικό λιπόγραμμα.

Σταδιοδρομούν στην ψυχική οδύνη. Ένα πακέτο δρόμος.


Εμβολιασμός. Παύλα. Βιαστικά μάτια.

Στη Λαυρεωτική καθήσανε σ’ ένα παγκάκι αγνοημένο από το σχοινί.

Η φρανσέζ Μαργκερίτ «δώσ’ τε μου να πιω σιλβουπλέ, έχω ανάγκη να πιω. Μα τίποτα δεν νιώθετε!» κι ο Γιαν σκουπίζει με το έξω της παλάμης τον αφρό στο μέτωπο.

Σμύρνη Καππαδοκία Κουζάντασι τρεις φορές και την τέταρτη λιγόστεψε ο ουρανός, μίκρυνε το φως, τα καράβια τούς πλησίασαν. Ο καιρός μάζεψε τα απλωμένα δίχτυα. Ήρθε η σειρά του χειμώνα.

Ένας θεός εξωσωματικής. Αυτόχθονας του συνεργείου της Τοyota.

Νωρίς ξύπνησαν και οι σκύλοι. Ξανθό ποτάμι από στιμένα λεμόνια. Στο Γαλησσά μόλις σβήσανε τα πυροφάνια.

Τίποτα δεν ήρθε άρα και τίποτα δεν έφυγε.

Ο θάνατος κράτησε μια ολόκληρη ζωή- η ανάσταση μόλις ένα δευτερόλεπτο.


1-0 = 8-22 Χρονοκαμπύλες. Και το ευθύ.


Παντάμ παντάμ παντάμ Λουί ε Λουί.

Τελευταίο λεωφορείο. Τελευταίο τραμ. Τελευταίο τρένο.

Ο Μαγιακόφσκι τον είπε σύννεφο με παντελόνια. Ο Χαλεπάς τον είπε Κοιμωμένη. Ο Πεσσόα τον είπε Νιπτήρες. Αυτή έδειξε συμπόνια και είπε: λαμπερό μηδενικό.

Δύο μπερδεμένοι είναι. Φτιάχνουν κουβάρι. Το ίδιο θα χρησιμοποιήσουν και για την έξοδο. Αλλά δεν το ξέρουν ακόμη.


Η διαθεσιμότητα της αβύσσου όταν δεν έχεις τίποτα άλλο να αφηγηθείς.