Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Ανώπολη



I.

Έρχεται μυριστικό το αέρωμα του δέντρου που αγαπούσα
σε όλη μου τη ζωή. Θαλασσινό δεντράκι.
Άνοιξη κι αυτό θάλλει τυφλό και κουφό στα φαράγγια της Αράδαινας.
Σφακιά Ανώπολη Χρυσή. Μίλα λοιπόν.
Επιμένω συλλαβίζοντας Χρυσή Σφακιά Ανώπολη Αράδαινα.
Φλυαρίες που ξέχασαν τι μαύρο δέντρο είναι ο θάνατος.
Στο στάβλο τρίβουν την πλάτη τους τα άλογα στον τοίχο.
Θρυμματίζουν με την ουρά τους τη γαλήνη και είσαι εκεί.
Όπου μπορούμε το μαζί. Στην τελευταία κίνηση.
Στην εναέρια γέφυρα του ηλεκτρικού. Το βράδυ του Σαββάτου
με τον Καρούζο υπό μάλης (πού τρέξαμε πού είδαμε πού πήγαμε
πού μας πήγαν) Μεσόγειος αμόλυντα
φορτηγά κομμάτια τούτης της βαλκανικής ερήμου.
Σε γυρίζω πίσω.
Στις βροχούλες στα μικρά κλάματα
σ’ όλες τις σελίδες που κοιμούνται
στα σκαλοπάτια έξω από το σπίτι σου.
κι άλλοτε διάφανοι πίδακες πέφτουν και σκορπάνε λιποθυμισμένες
όπως μετά από δερβίσικο χορό με έναν κονδυλοφόρο στο πλευρό τους.
Νύχτωσε. Ο Ναζωραίος δίνεται στο βαρύ ίσκιο του
σταυρού. Αλλά μέσα του το «απελθέτω».

II.

Το δέντρο που αγαπούσα έγινε άνθρωπος.
Στα κολύμπια του σφένδαμοι κι ασφόδελοι-τροφή των νεκρών-
Αντηρίδες και μάνταλα κρατούν τις κλάδες του διχασμένες.
Ο άνθρωπος-δέντρο άπλωσε
πάνω από τη μάντρα διυλίζοντας μάρμαρα
και θυρεούς.
Φυλάει τη νύχτα και το μαύρο της σαν ακρίτας.


III.

Το δέντρο που λάτρεψα έγινε ο σκύλος του Παβλόφ.
Η καρδιά μου σφίγγεται η καρδιά μου καίγεται
η καρδιά μου χόρτασε
τους στεναγμούς
τα διόδια
τα φάρμακα
τα καπνά
τα ψυχοσάββατα
τα ψιχαλιστά ζεϊμπέκικα.


Μίλα λοιπόν.
Τόσος αστραφτερός πόνος μας περιμένει
στη γωνία να μας δείξει το δρόμο
για τον παράδεισο;