Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Σκακιέρα



Μετά τις δέκα και τέταρτο η ζωή σου - η ζωή μου.
Αδειασμένο μετρό- Νυχτερινή νταλίκα - Υγρές σελίδες.
Ο βασιλιάς πιασμένος στις φτέρνες με άγκιστρο.
Αξιωματικοί προστάζουν το διαγώνιο βάδην
ανάμεσα σε πτερόεντες τοίχους - έπεα του καμβά
στις δακτυλικές φάλαγγες.
Χωρίς τελειωμό το δίχρωμο κλουβί.
Τακούνια καίγονται στο φούρνο.
Χιλιόμετρα μακριά από τον ήχο των ξύλων που
τρίζουν στο τζάκι.
Χιλιόμετρα πίσω από την οικογενειακή θαλπωρή και ευτυχία.
Μίλια μπροστά από την ευτυχία. Η ευτυχία. Πίσσα.
Τα άλογα που κρέμονται, φώτα του Athens City Tour.
Aπό χρυσή κλωστή ο Άη Γιώργης όραμα.
Χωρίς φίδια με κόκκινα μακριά μαλλιά.
Περπάτησα ως την Ευριπίδου χωρίς πόδια.
Το 'ξερα απόψε πως θα 'φτανα
στην Ινδία με δεμένα μάτια, με δεμένα σκυλιά.

Μετά τις δέκα και τέταρτο ζωή μου η ζωή σου.
Χιλιόμετρα αγγελτήρια από την Αφροδίτη, σεκάνς.
Στο παρμπρίζ πυρωμένα διαστημικά πεύκα.
Στο καντράν έτη σκοταδιού.
Χιλιόμετρα βαθιά στη φροϋδική στρωματογραφία,
ο Λάζαρος ανασταίνεται για μερικές ώρες.
Μετά πέφτει σ' ένα πηγάδι από γλυμμένα κόκαλα
και αποφάγια και χάπια.
Μετά τις δέκα και τέταρτο, χυμένο μελάνι η ζωή μου
στο αυλάκι της Πίζας.
Η δική σου, ένα από τα ατσάλινα καρφιά του Άιφελ.

Λυπάμαι που έχω μνήμη. Λυπάμαι που έχω κούραση.
Λυπάμαι που γύρισα το δείκτη μου στη σιωπή.
Δεν έχω άλλο κλάμα. Έχεις ομηρίες.

Ο Νοέμβρης ακούγεται άνοιξη. Κι εκείνη τον βλέπει.
Μέσα στο χυμό των πρώιμων νερατζιών,
ηφαιστειακό παυσίλυπο. Χορηγείται για πένθιμη υστερία.

Βγάζω τους πεσσούς στην Ελ Αλαμέιν.
Το 'ξερα πως θα 'φταναν απόψε στο Μπαγιαραμίκ
νηκτικοί, με κόντρα αέρα και χάρτινο βαρκάκι.

Κάποιος μου κρατάει το χέρι. Δείξε μου ποιος.
Κάποιος μου ανάβει το τσιγάρο. Δείξε μου ποιος.
Κάποιος μου βγάζει τα μαλλιά από τα μάτια.
Μετά, με βαμβάκι μου βγάζει τα μάτια.
Ή ποτέ και τίποτα. Ή κανείς. Ή όλα.
Χίλιες φορές μόνη μου.

Χρόνια μετά θα βρω το Λάζαρο όρθιο,
σ' ένα τηγάνι με ξεραμένο λάδι.
Είχαν κάποτε τηγανίσει ψάρια.
Σε σάβανο τυλίγει τη βασίλισσα που περίσσεψε.