Κυριακή, 1 Απριλίου 2012



Θυμάσαι
κάποιον Απρίλιο;
Μαζεύτηκαν όλοι πάνω σου,
γελώντας σε σήκωναν ψηλά
να συνηθίσεις τα φτερά σου
ανοιχτά.
Μόνο εσύ έκλαιγες,
αφού πάντα έτσι γίνεται.
Μέρες παλιές
μισή ζωή
μια ζωή και βάλε,
το αύριο μπορεί να 'ναι
μια γριά απ' το Λαύριο που κεντά
στ' ανοιχτό παράθυρο τον πόνο
σταυροβελονιά
να 'ναι και γέλιο παγωνιού με τα στήθη ανοιχτά
πλυμμένα με ασβέστη.
Ένας μικρός μ' ένα γλειφιτζούρι στο χέρι
βγάζει απ' την τσέπη μου ποιήματα,
σκισμένα νοσήματα της ύπαρξης
απύθμενα χειροκροτήματα,
δρόμοι, τόποι, γειτονιές των ονείρων,
της ανείπωτης θλίψης
Κάποτε τόση χαρά έτοιμη να πηδήξει
απ' τα μάτια σου στο κενό,
δρόμοι, κι άλλοι δρόμοι
που στο τέλος ο λάθος δρόμος φάνταζε ιδανικός,
Καμάρα Ταντάλου
η πρώτη γυναίκα είχε το άρωμα της θάλασσας.
Δωδεκαόροφες
η εξηκονταρχία του Κώστα να παρελαύνει
μπροστά σου σ' ένα delirium tremens
πατώντας πάνω στις άσπρες γραμμές του χάους.
Η φυσική σου τάση ισχυρή
και τόση η ροπή σου
σ' αυτόν τον προωθημένο κίτρινο λίβα
που έκαψε τις σελίδες σου
πριν γράψεις ένα ποίημα της προκοπής,
μια ημερομηνία κατά το ήμισυ ανοιχτή
και τα σκυλιά λυμένα...



 

Bαλάντης Βορδός