Σάββατο, 7 Απριλίου 2012



Πρωτοχρονιά 2012, 2 και 30 μμ, κλεισμένος στο δωμάτιο εδώ και ώρα, έξω φυσά
δυνατά κι ο αέρας τρυπώνει κρύος απ'τις χαραμάδες, βρέχει oλημέρα με εναλλαγές, πότε ραγδαία και πότε απαλά σαν το χαμόγελο μικρού κοριτσιού, αυτή
η πολιτεία μουδιασμένη στα παραισθητικά της σεντόνια κοιμάται ήσυχη, διασκεδάζει σαν να μην υπάρχει αύριο-δεν υπάρχει αύριο-και γω ακούω τον υπόκωφο αχό τρέλλας που πλησιάζει, με τα τακούνια της μου πατά τα χέρια στα πλήκτρα, κάποιοι σε δωμάτια μέσα σκοτεινά, με τη βροχή να σκοτώνεται στα τζάμια ίσως κάνουν το ίδιο, άλλος στη Μυτιλήνη, άλλος Αθήνα και όπου αλλού όλο και κάποιος υπάρχει φίλος ή άγνωστος. Χθες έξω απ' το φούρνο ένας μαύρος σκύλος-τον έχω ξαναδεί-το βλέμμα του γεμάτο θλίψη και αξιοπρέπεια-ο κόσμος έξω διασκεδάζει-δεν ξέρω γιατι μα το βλέμμα του μ' έχει στοιχειώσει, μέρες τώρα το ανακαλώ στη μνήμη, μου θυμίζει το γέρο μου,την ποίηση την γραμμένη που σωριάζεται με κρότο κατρακυλώντας στα σκαλοπάτια
κι ό,τι μένει μερικά κομμάτια αίμα και ξεραμένο κρέας στην κουπαστή της σκάλας -θέλω να κλάψω γέρο,να σου φιλήσω τα χέρια και δεν ξέρω αν έρθω με τα χέρια άδεια ή σου φέρω εγγόνια ή μερικά κακογραμμένα ποιήματα τυλιγμένα
σε χασαπόχαρτο μα θέλω να πιούμε ένα τσίπουρο μαζί και να τα πούμε-το τρένο
σταματά σε κάθε σταθμό σήμερα-κατεβαίνω για τσιγάρο και συνεχίζω μέχρι το τέλος. Ακούω αυτός είναι ποιητής και θέλω να του σφίξω το χέρι-ακούω αυτός είναι ποιητής και τρομάζω, αποστρέφω το πρόσωπο γιατί ξέρω, νιώθω και οσμίζομαι τι εγκέλαδος ταρακουνά αυτά τα ματωμένα σπλάχνα-αφήνω την μουσική μου να τρέξει στο σκοτάδι, να παίξει με τη βροχή και τα χάη του κόσμου, την νιώθω να ξεμακραίνει,δεν είναι πια δική μου, η υδρία της ποίησης αν την ανοίξεις έχει φίδια μέσα της που σου δαγκώνουν το μυαλό και ένα περίστροφο για σένα-μια σφαίρα σφηνωμένη στο παράθυρο σήμερα βρήκα,την βάζω παγάκι στο ποτό να πιώ την μελαγχολία μου,ακούω βήματα στο σκοτάδι να απομακρύνονται βιαστικά καθώς ήρθαν,την βλέπω να χάνεται γυμνή στη βροχή, μερικές ζωές είναι ξένες, παράταιρες, δεν χωράν πουθενά και παντού περισσεύουν...



Βαλάντης Βορδός