Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Kαύκασος


 



Του χάρισε το λυχνάρι του Αλαντίν
Πέρασε φυλαχτά από ασήμι στο λαιμό της
την αρραβωνιάστηκε
δεύτερη φορά με
μια εσάρπα στους ώμους
πολύτιμη γιατί είχε αγγιχτεί
από στόμα εξουθενωμένου
από δίψα βεδουίνου.
Δύο σωτήριους Ελαφηβολιώνες
προσπαθούσαν μαζί να ανεβούν
στο δακρυσμένο Καύκασο
Εξάπτερες λευκές πεταλούδες
τους άνοιγαν δρόμο
ανάμεσα σε σημύδες
Έπρεπε να περάσουν σύντομα
από την κορυφή
-πριν βγει κι αυτό το καλοκαίρι-


Το πρόσωπό της σκέπαζε
το ηλιοβόρο βέλο
Δεν μπορούσε να την πείσει
για τους αγίους
Σήκωσε όμως το τούλι
-γυναίκα αλλόδοξη-
που έκρυβε τα αρμένικα μάτια
κι έτσι μισόγυμνος τα φίλησε
Με κάποιο τρόπο γράφονταν
όλα αυτά στις γραμμές των χειλιών
γραμμές της καρτερίας
που διακλαδίζονταν
πηγαίνοντάς σε ως τις μέσα νήσους
σαν καράβια γρήγορα
που είναι η ρότα τους ήδη χαραγμένη