Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Επί πίνακι (αφιερωμένο)




 


Τίποτα άλλο από ναυτία ταξιδεύοντας στ’ ανοιχτά των φλεβών, όπως την πρώτη φορά που είδες την «Αγέλαστο Πέτρα». Όλα όλα αντηχήσεις της Ηρωδιάδας. Επί πίνακι τα κουκούλια ονείρων, τα λαλήματα των πουλιών, και τραβάνε απ’ τα μαγγανοπήγαδα τις νησίδες έξω από την αταραξία του ερέβους. Μας έμοιαζαν οι άνασσες δυστυχώς και γράφαμε στα τεφτέρια μας λόγια που έδειχναν χαρισάμενα από τύχη σε τύχη πιάνοντας με τα δόντια τις καρβουνιασμένες κλειδωνιές. Ερωτιδείς που τίναξαν στον αέρα τις φαρέτρες των τοξοτών κι άνοιξαν αύλακες οι αμαξηλάτες με τις ράβδους μιας αμυγδαλιάς και τις βίτσες των πυράκανθων να γδάρουν τα ριζικά των φτερωτών αλόγων. Και διαβάζονται όλα. Τα δεμάτια απ’ τα κριθάρια καταλαγιάζουν στις χαρακιές του ξύλου. Λαιστρυγόνες φαρμακώνονται από μελάνια ώσπου σηκώνονται όρθιοι οι χειμώνες στραγγισμένοι…ανοίγεται ο δρόμος της ανατριχίλας για το ανέφικτο καλοκαίρι. Προς τα κει δηλαδή που κοιτάνε και τα λακεδαιμόνια αγάλματα. Κοντεύουμε… όσοι γλιτώσαμε, αφήνοντας αδέσμευτα τα νερά. Το φεγγάρι που έδεσες με μια πορφύρα ύφασμα να τυλίξει ολόκληρο το οροπέδιο του Ομαλού... Γδαρμένος, μισοσφαγμένος και χαρούμενος με τις λαμπάδες φώτιζες τις βλεφαρίδες της. Στα βάθη βάθη του ανθρώπου τόσοι προμαχώνες…Τόσοι σπασμοί…Και αίμα. Πετιμέζι αίμα που χύνεται στα παρανοϊκά νερά του Ευρίπου και παιδεύεται πάνω κάτω γυρίζοντας. Και ξανά. Και ξανά. Χρόνια νηστεύει από τα φλόγιστρα κι έγινε πια μενεξεδένιο. Ένα μενεξεδένιο φως στο αεράκι πάνω από τη γέφυρα. Κι εσύ που ήθελες να σώσεις το παραμύθι ολόκληρο επέστρεψες στον βασιλιά τα ρούχα, να ζωντανέψεις διαμιάς το ευτυχές τέλος. Να προλάβεις ίσως τα άσημα πάθη…τις αρρώστιες…Πιάστηκες από τη σανίδα που λίγο έλειψε να τη σαπίσει το ίδιο τρελό νερό σε μια νύχτα. Ήταν το λάλον; Ήταν της αθανασίας; Σ’ ένα κοφίνι μάζεψες σαν θεραπευτής και σωτήρας, τα δολώματα, τις γιατρικές ψυχές, τα χαρτιά κι ένα οξύφωνο τυφλό αηδόνι. Με σαλιωμένα δάχτυλα προσπάθησες να ενώσεις τους βασάλτες με μια τρίκλωνη κερασιά και να φτιάξεις ένα ελαστικό κλουβί. Το είπες κουρσάρικο…μπήκες μέσα πρώτος και παρασκεύαζες ανθόνερο. Το πούλαγες στις φράγκικες αγορές ένα σελίνι το λίτρο. Τα γενοβέζικα σκουλαρίκια από ατόφιο χρυσάφι, τα χάριζες σε όσους κοιμόταν μόνοι. Στην άκρη του μαξιλαριού τους, κεντούσες με το βελονάκι ένα έσχατο αρχικό…περιμένοντας το επόμενο θαύμα… Πλάι σε θηλυκό περαστικό σπόρο, όλες οι νίκες και οι αδιαφορίες σου. Γυρνούσες στο κλουβί βρέχοντας τον νυχτερινό καθρέφτη με κολόνια απ’ το στήθος της. Είχες φυλάξει νοτισμένο και το μεσοφόρι. Μεθυσμένο και ξαναμμένο το ‘χωσες σ’ ένα μπαούλο να κρατήσει το άρωμα των κλειδώσεων και το ‘στειλες στην Τένεδο. Ακέφαλος πια, με των αγγέλων το αναμάρτητο στόμα, ζώνεσαι τα μαύρα της πέπλα. Όλα όλα αντηχεία της Ηρωδιάδας. Επί πίνακι τα κουκούλια των ονείρων, το τυφλό αηδόνι, οι γιατρικές, το θαύμα…Κι άμα θελήσεις αλφάβητα, μεθυσμένα αρώματα και το όνομά της, ξέρεις τώρα τι θα κάνεις, από την αρχή, ακούραστος.