Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Γιώργος Χρονάς





Το ξέρω
7 η ώρα θα 'ναι του θανάτου
Μόλις θα 'χουν ανοίξει τα μπορντέλα
Έξω από το σπίτι μου θα 'ναι μαζεμένοι
οι εργάτες
της Όστιας, οι Κορίνθιοι, οι Θεσσαλείς
οι Ρωμαίοι στρατιώτες του Νέρωνα,
του Μεγαλέξαντρου
οι Εβραίοι της Νέας Υόρκης
κι εσύ
Η μάνα μου τότε περίλυπη
θα βγει στο παράθυρο
και θα ρωτήσει
Ποίος εκ των δύο θέλετε θανείν ή ζειν
Βαραββάς ή Γεώργιος ο υιός μου;
-Γεώργιος!
Θα φωνάξετε.
Θα με πάρετε εν σιωπή.
Ο όχλος θα μου αφαιρέσει
τις μέρες του πάθους του Ιουνίου,
του Ιουλίου, του Αυγούστου,
Ο όχλος θα μου αφαιρέσει
εκείνη τη ζωγραφιστή σκιά
στο δεξί μου χέρι
την άδεια εισόδου στο ξενοδοχείο "Έσπερος"
Τη συνέχεια και το τέλος θα το γράψει
εκείνο το παιδί που κύλαγε
ένα στεφάνι από βαρέλι
με τη δύση του ήλιου στη Σαλαμίνα
Ενώ η μάνα του ψηλά στην ανηφόρα
με τα χέρια μπροστά το φώναζε.