Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Άvvα Παυλiδoυ, Στα θεpισμέvα







 

Μέσα μου πια οι άλλοι ρυθμοί. Το φύλλο της λεύκας που μάσησα, εκείνο που χάιδευε το φως του φεγγαριού κι είχε το χνούδι απ’ το ρέμα του Κραυσίδωνα, πέρασε στο αίμα μου. Σχεδόν μοιραία και ξαφνικά, όπως ο ανθός του κάκτου ή η ραγισματιά του τοίχου, εγκαταστάθηκε. Μπορεί να ήταν αλλιώς αν οι ακακίες με φώναζαν. Μα ο τόπος μου ποτέ δεν ήταν είδωλο, θύμηση ή ψέμα. Ποτέ δεν κρύφτηκε. Τον Ιούνιο ακούσαμε όλες τις καρδιές των παιδιών να χτυπούν στις αυλές, με τον ήχο της πομόνας που μας ξεδιψούσε. Κι ύστερα, στη μέσα κάμαρα, το βουνό είχε κατεβάσει χιόνια και γέλια που μπέρδεψε στον ύπνο του. Έστρωσε τα κρεβάτια, φύτεψε τις καρέκλες γύρω απ’ το μεσημεριανό τραπέζι και βυθίστηκε στη ραστώνη των χρωμάτων. Τα στάχυα ζήλεψαν το πράσινο της ήβης του και πέταξαν ανάθημα τη θάλασσα ανάμεσα. Έτσι η πόλη καταποντίστηκε στης κουζίνας τους ήχους. Χθες κιόλα βρήκα το σπίτι μας βυθισμένο στη γούρνα όπου πλέναμε τα χόρτα. Πριν κουραστούμε ανέτειλε ροδακινής ο Ιούλιος και στο πηγάδι καθρεφτίστηκε η κούνια στο κλαδί της μυγδαλιάς. Δίπλα σε μελισσόχορτα και δυοσμαρίνια ο έρωτας αποκοιμήθηκε και για μια στιγμή, φάνηκε σοβαρός, όταν τον κοιτάξαμε από την πλευρά του ονείρου του. Αλάφρεψε ξανά το δείλι. Ξεδίψασε με λεμονάδες και σπιτικά λικέρ, χόρτασε σύκα, μάκρυνε τις νύχτες. Με την πανσέληνο ξαπλώσαμε στα θερισμένα, ντυθήκαμε ρίγανη και μέντα πριν ακολουθήσουμε το δρόμο της πάνω στα κύματα. Ξυπνήσαμε στεγνοί στα πόδια του Αυγούστου. Όλα ήταν εκεί. Το πράσινο, το γαλάζιο, το ροδί, το νερό, το δελφίνι πίσω από το καράβι, το μελτέμι, τ’ αηδόνια στα πλατάνια, τα κορμιά, το κλάμα, τα γέλια. Παρόντα, όταν άρχισα να μικραίνω πίσω απ’ τα κλειστά βλέφαρα. Με γροθιές σφιγμένες θρυμμάτισες τα βότσαλα. Ύστερα τα χέρια σου κολλούσαν θυμό και καρπούζι. Είχες πιστέψει πως χάθηκα μέσα στα πεύκα. Η αλήθεια: γύρισα με την κόκκινη βέσπα. Δυο μέρες τώρα την παρατηρώ δίπλα στα ποδήλατά μας, παρατημένη στ’ αμπέλια που περιμένουν τον τρύγο.
Μέσα μου πια οι άλλοι ρυθμοί. Ο τόπος μου ποτέ δεν κρύφτηκε. Ο τόπος μου είναι ένας ώμος που μερικές φορές τον λέω πατρίδα.