Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Pύzια




Ω! Τι ωραία που μιλάς για τα πουλιά!
Τι ωραία κοιτάζεις τα σάπια ποδήλατα.
Θα πάρουμε άλλα. Καινούρια.
Θα φυτέψουμε λωτούς στο πηγάδι
για να αφρίσει κάποτε η λησμονιά.
Από κει. Από κει θ’ αφρίσει.
Τι ωραία που πουλάς τη φέτα!
Κι εγώ μαθήματα πιάνου κι εθελόντρια στο Νεπάλ.
Όμορφα κείμενα για τις ουσίες χωρίς ουσία.
Ο κόκορας έφυγε απ’ το κοτέτσι τον ψάχνω.
Οι κότες φταίνε. Αυτές και τις πετροβολάω.
Ρύζια μανάρι μου ρύζια γιατί δεν είναι μόνο
τα πέταλα που μπερδεύονται στον λαπά.
Είναι και οι τρόμοι να μου λες και να σου λέω.
Κι αυτοί στον λαπά. Στην κοπριά.
Η γαριφαλιά μαράθηκε. Όλα τα ‘χαμε τώρα
αυτό μας έλειπε.
Να φτύνει η κίσσα το γάλα που την ταϊζεις.
Δικαστήριο πάλι αύριο.
Εσύ εκεί στην αεροστεγή κάσα να παίζεις
τον Άμλετ τόσο πιστά.
Να παίζεις την Άνοιξη βώλο στα χέρια.
Πλαστελίνη πολύχρωμη αλλά ζάρωσε.
Πού πήγε πάλι αυτή η γόπα;
Δεν κλείνει η πόρτα θα φωνάξω υδραυλικό.
Να φτιάξει και τα τζάμια που έσπασαν.
Τα πόμολα που ξεβιδώθηκαν.
Χίλιες φορές στο είπα για τα γέλια που
άκουγα από το διπλανό διαμέρισμα.
Δεν θέλω ν’ ακούω.
Πουλάκι μου τα μαλλιά σου δεν στρώνουν ποτέ.
Η ελιά στο μέτωπο με κάνει να μοιάζω με Ινδή.
Αηδίες. Δεν είμαι Ινδή. Τα ποτάμια τους γέμισαν
κεφάλια. Εξουθενωτικό.
Έχεις δίκιο. Μην έρθεις κάποτε. Μην έρθεις ποτέ.
Γιατί τέτοια θα λέω και χειρότερα.
Μην έρθεις γιατί γκρεμίστηκε το σπίτι κι εμείς
ρωτάγαμε από πού πάνε για τον παράδεισο.
Άστο σου λέω.

Σ’ όλο το δρόμο πάταγα με το πόδι το θεό
να τον λιώσω.
Έπεσα στην άσφαλτο.
Έγλειφα τ’ απομεινάρια του.