Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Ειρήνη Αϊβαλιώτου, Obrigado *







Iούνιος, Λισαβόνα. Ευχάριστη ζέστη και αλμυρός αέρας κατευθείαν από τον Ατλαντικό. Ο Τάγος λάμπει στα πόδια της πόλης.
Ιούνιος, Αττική. Ζέστη και υγρασία. Κυριακή πριν από τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος.
Στο φάρο του Μπελέμ θαρρείς πως θα δεις τις καραβέλες των θαλασσοπόρων να επιστρέφουν από τις Δυτικές Ινδίες κατάφορτες από μπαχαρικά, πλούτη, δόξα για τους βασιλείς και μέθυσους ναυτικούς, άρρωστους με σκορβούτο.
Βόρεια προάστια, Βριλήσσια. Φαινομενικά ήσυχο πρωινό.
Στη ρουά Αγκούστα, στον όμορφο πεζόδρομο με τις καλλιτεχνικές ψηφίδες, μια τυφλή με θεϊκή φωνή τραγουδά φάδος. Η φωνή της διασχίζει τα κτίρια, θρηνεί, σπάει, γίνεται αντίλαλος. Θερμή, πότε τρεμάμενη και πότε κρυστάλλινη. Της προσφέρω μερικά νομίσματα. Obrigada, μου λέει με ευγένεια και περηφάνια.
Οι γείτονες στις παραλίες. Ραστώνη και χασμουρητά. Αίφνης γατίσιος θρήνος, κοντινός.
Στο Καστέλου ντε Σάουν Ζορζέ, ένας Άγγλος μόνιμος κάτοικος της Σάντα Κρουζ ταΐζει τις γάτες. Aυτές τον αναγνωρίζουν. Είναι χορηγός τους, φαίνεται. Τρέχουν κοντά του. Από το παρατηρητήριο του κάστρου απολαμβάνω τη θέα του ωκεανού. Σπεύδω να τον βοηθήσω. Obrigado, μου λέει.
Κάτι συμβαίνει. Εδώ δεν πρόκειται για απλό νιαούρισμα. Αυτό είναι κάτι επίμονο, σπαρακτικό.
Στο αρ-νουβό café Brasileiro του Σιάντου απολαμβάνω μια πηχτή σκούρα σοκολάτα. Τόσο μαύρη και σκοτεινή, όπως μόνο στις αποικίες ξέρουν να την παρασκευάζουν. Συντροφιά μου το μπρούντζινο άγαλμα του Φερνάντο Πεσσόα. «Είναι αλήθεια ότι εδώ σύχναζε ο Πεσόα;» ρωτώ τον άκαμπτο σερβιτόρο. Σι σινιόρα, απαντά. Παρατηρώ τη διακόσμηση, αναλλοίωτη στο χρόνο, και προσεγμένη. Εκφράζω το θαυμασμό μου. Obrigado, μου λέει ευγενικά ο ιδιοκτήτης του Brasileiro.
Φοράω αθλητικά παπούτσια, μια φόρμα γυμναστικής. Τρέχω. Πρέπει να εντοπίσω από πού έρχεται αυτή η απαιτητική λεπτή φωνούλα.
«Γάτα που παίζεις/
Προχωρώντας στο μονοπάτι/
Σαν να ήταν το κρεβάτι σου,/
Τώρα τη μοίρα σου ζηλεύω,/
Γιατί τούτη η μοίρα/
Ούτε καν όνομα έχει». Ποιος; Ο Φερνάντο Πεσσόα, ο μελαγχολικός ποιητής της Πορτογαλίας.
Δείξε μου το μονοπάτι για να σε βρω. Μην παίζεις μαζί μου.
Αζουλέζου, μπλε διακοσμητικά πλακάκια. Μια θαυμαστή τέχνη που ξεκινά από τους Μαυριτανούς, δέχεται ισπανικές επιρροές και τελικά αναπτύσσεται σε πορτογαλικό στυλ. Στο πωλητήριο του μουσείου δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να προμηθευτώ δύο πανέμορφες πλάκες με επάνω γάτες ζωγραφισμένες. Obrigada, λέω στον υπάλληλο που μου χαμογελά με συμπάθεια.
Μέσα στη ζέστα του Ιούλη. Κάτω από έναν ήλιο κόκκινο, εκτυφλωτικό. Μεσημεριάζει. Η φωνούλα διαπεραστική, σαν εκείνης της τυφλής τραγουδίστριας των φάδος. Γεμίζει το μεσημεριάτικο φως.
Στις σκεπαστές στοές της Πράσα ντου Κομέρσιου έχει παζάρι χειροτεχνών και αντικέρ. Κυριακή πρωί. Αγοράζω μια ξύλινη χειροποίητη γάτα από μια παράξενη κυρία. Μοιάζει λίγο με την ξυλοκοπτική που κάναμε παιδιά. Η γυναίκα με παρατηρεί σαν να με γνωρίζει, με κοιτάζει έντονα στα μάτια. Για σένα τη φύλαγα, μου λέει. Μια διαίσθηση της έλεγε πως θα έρθει μια Ελληνίδα που είναι συλλέκτρια αντικειμένων γάτας. Γελάμε… Obrigada, της λέω, που μου τη φύλαξες.
Να μια Κυριακή που την ήθελα για να ηρεμήσω, σκέπτομαι. Ακολουθώ όμως γεμάτη αγωνία ένα γατίσιο θρήνο.
Στο Ρόσιου συνοδεύω το arroz doce μου με δυνατό καφέ στο café Nikola. Ο σερβιτόρος συμπαθητικός κι ευγνώμων για το φιλοδώρημα, παρότι μικρό. Obrigado.
Όλο και πλησιάζω, όλο και πλησιάζω. Ακούγεται από κάπου πολύ κοντά μου πλέον.
Το Μπάιρου Άλτου διατηρεί το πνεύμα της γειτονιάς. Κάζα ντε φάντου δίπλα σε ακριβά καταστήματα επώνυμων σχεδιαστών. Μπαίνω σε ένα χαριτωμένο κατάστημα που πουλάει μόνο γάντια, όλα χειροποίητα. Ο ηλικιωμένος καταστηματάρχης καταλαβαίνει πως είμαι Ελληνίδα. Ευχαριστώ, μου λέει χαμογελώντας. Στα ελληνικά αυτός.
Μάλλον το έχω εντοπίσει. Με κατευθύνει με τη φωνή του. Γίνεται πιο δυνατή, πιο σταθερή και πεισματάρικη.
Στην Πορτογαλία αγαπάνε πολύ τον μπακαλιάρο. Το «ψάρι του φτωχού» τον λένε. Τον μαγειρεύουν με τριακόσιους εξήντα πέντε τρόπους, σύμφωνα με ένα θρύλο. Λένε ακόμα πως την εποχή της δικτατορίας του Σαλαζάρ, ο οποίος επέβαλλε σκληρή λιτότητα, ο μπακαλιάρος και τα αβγά ήταν η πιο φτηνή πηγή πρωτεΐνης. Oι Πορτογάλοι αγάπησαν αυτές τις δύο τροφές και πολλές φορές τις συνδυάζουν. Επινόησαν συνταγές πολλές, μία για κάθε μέρα του χρόνου κι ακόμα μία παραπάνω, έτσι για ποικιλία.
Πού είσαι; Πού; Πρέπει να σε βρω. Ευτυχώς που δεν σταματάς να με καλείς. Οδηγός μου οι οιμωγές σου. Υπάκουα ακολουθώ.
Σ’ ένα εστιατόριο που σερβίρει μόνο μπακαλιάρο, τον απολαμβάνουμε βραστό, απαλό, κατάλευκο και τρυφερό, με λαχανικά κι ένα ψιλοκομμένο αβγό για γαρνιτούρα. Έδεσμα portuguese με όνομα φανταχτερό και βαρύγδουπο, bacalhau a Gomes de Sa. Kρατάμε κι ένα μικρό κομμάτι για τη γάτα της γειτονιάς. Θα μας πει Obrigada;
Το σίγουρο συμπέρασμα είναι πως θέλει να ζήσει. Αυτό το πλάσμα είναι προορισμένο να επιβιώσει. Δεν εξηγείται διαφορετικά.
Παραγγέλνουμε ένα μπουκάλι πράσινο κρασί, Vinhos verdes του Μίνιου. Νέκταρ πορτογαλέζικο. Ελαφρώς αφρώδες με λεπτή επίγευση. Ξαφνιαζόμαστε. Έγινε λάθος στο λογαριασμό. Δεν μπορεί να είναι τόσο λίγα. Κι όμως ένα μπουκάλι κρασί κοστίζει πέντε ευρώ. Obrigada, ψελλίζω.
Όσο πλησιάζω, τόσο απελευθερώνομαι. Οι χτύποι της καρδιάς μου ζωηροί, μια τρυφερότητα με κατακλύζει.
Ρουά ντα Αλφάντεγκα, ρουά ντου Αρσενάλ, οι αποβάθρες, γιγαντοαφίσες του Ριβάλντο, ρουά ντος Ντοραδόρες. Αλφάμα. Ατμόσφαιρα διαυγής, σαν τα θαλασσινά δάκρυα των ντροπαλών Πορτογάλων.
Οδός Ταϋγέτου, οδός Ολύμπου, οδός Φλωρίνης, η ζέστη γίνεται έντονη. Άγχος, ιδρώτας. Να εκεί είναι ένας αγωγός ομβρίων. Σαν υγρή στενόμακρη σπηλιά. Πάνω μεταλλικό σκέπασμα. Είσαι μικρός, μικρός, πιο μικρός κι απ’ το μικρό. Μικρός και ακόμα τυφλός. Χωράς στη χούφτα μου. Φωνακλάς και κατάξανθος.
Σε παίρνω στο σπίτι κι εσύ πεινάς αβάσταχτα.
Στο μουσείο Καλούστε Γκουλμπενκιάν, ενός Αρμένιου μεγιστάνα του πετρελαίου και φιλότεχνου, μια μπρούντζινη αιγυπτιακή γάτα ταΐζει πανευτυχής τα γατάκια της. Χρονολογείται από τον 8ο αιώνα π.Χ. Στη συλλογή Λαλίκ ένα διάδημα σε ρυθμό αρ-νουβό φέρει διακόσμηση από γάτες και γατάκια.
Από τώρα και στο εξής θα σε φωνάζουμε Obrigado. Να το ξέρεις. Γιατί σε βρήκα. Πρέπει να με ευχαριστείς. Μου είσαι υποχρεωμένος, του λέω.
«Ο κύριος πέντε τοις εκατό» ήταν η προσωνυμία του Γκουλμπενκιάν, γιατί κατείχε το 5% των μεγαλύτερων εταιρειών πετρελαίου. Με τον πλούτο που συγκέντρωσε, ικανοποίησε το πάθος του για την τέχνη. Όταν πέθανε κληροδότησε την περιουσία του στο πορτογαλικό κράτος.
Χρειάζεσαι γάλα. Σταγόνα σταγόνα, υπομονετικά. Μέχρι να κατευνάσεις την πείνα σου. Γιατί δεν χορταίνεις. Μα δεν χορταίνεις με τίποτα. Πρέπει να προσπαθήσω πολύ μαζί σου. Να σου αφοσιωθώ.
Μια θριαμβική αψίδα οδηγεί στην πολυσύχναστη Μπαΐξα με το Ελεβαντόρ ντε Σάντα Ζούστα, τις τράπεζες και τα αρχοντικά. Σκαλοπάτια οδηγούν στον Τάγο. Κι ένας καλλιτέχνης του δρόμου, ανάμεσα στα υπαίθρια καφενεία, προσφέρει θέαμα εντυπωσιακό. Obrigado και αριστοκρατική υπόκλιση για την ταπεινή μου συνεισφορά στην τέχνη του.
Το ξανασκέπτομαι. Τον βλέπω και ηρεμώ, με γλυκαίνει. Κουρελάκι από πυρόξανθο σατέν. Obrigada, του λέω. Σ’ ευχαριστώ που μπήκες στη ζωή μου. Είσαι ένα κόσμημα πολύτιμο, ένα διάδημα αυτοκρατορικό. Το τέλειο έργο τέχνης. Σου είμαι υποχρεωμένη.


*Obrigado/a: Eυχαριστώ (υποχρεωμένος/η) στα πορτογαλικά.