Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Bloody Valentine









Το καλοκαίρι του 2011, μάζεψα τα μπαγκάζια μου, όσα χαρτιά, δίευρα και καπνό μου είχε απομείνει στο σακουλάκι, κι έφυγα να γίνω σερβιτόρα στην Αράχνη του Μισσισιπή. Φόρεσα τα μεταχειρισμένα μποτάκια , στο σάκο, μαλακτικό ρούχων συμπαραδηλωτικό της δικής σου μυρωδιάς (που με αναστατώνει ασήμαντα μέχρι και τώρα). Σε κάποιο χάσμα της κόλασης, με περίμενε μια καρότσα για περίθαλψη και περιήγηση στις ερημιές των Νάβαχο. Αυτό το σαράβαλο με πήγε κατευθείαν στην καρδιά της απεραντοσύνης, των ατέλειωτων δρόμων που χάνονται στον ορίζοντα. Στα ξέφρενα αγκάθια των κάκτων. Από κει, λες, δεν υπάρχει επιστροφή. Τα μπλουζ του ’20, αντάρτικα road songs, έστελναν τις αφηνιασμένες νότες τους στους χωματόδρομους απ’ όπου περνούσα. Ένα ακόρντο Φα μπορούσε να σηκώσει και τις πέτρες. Απόβραδο, κατεβάζαμε σφηνάκια τεκίλας, μπίρες, βότκες, Tζακ Ντάνιελς και όσα κοκτέιλ ξέμεναν από τα κεράσματα -legally drunk- . Τα αινίγματα παρέμεναν άλυτα και εξίσου σφαιρικά Εκείνο τον καιρό, διανυκτέρευα σε τροχόσπιτο που το χωρίζαμε στα δύο με παρεό, καπνίζοντας το μοναδικό τσιγάρο (λόγω φρικτής ανέχειας) της ημέρας σ’ ένα στρώμα ριγμένο στο πάτωμα, λίγο πριν ο ύπνος με πάρει για δυο τρεις ώρες, ψόφια από την κούραση και την ορθοστασία. Άκουγα τους μπλουζίστες, μαγευτικοί και απόκοσμοι, να καίνε στα πνευστά και στα έγχορδα τη Βαβέλ που είχα κληρονομήσει στην Ελλάδα, από τότε που γεννήθηκα. Τη θέση της λογικής στο κεφάλι μου είχε αντικαταστήσει ένας πανηγυρικός βράχος. Παράγωγα επιθυμίας, συνωστίζονταν στις προβλήτες και συμβολοποιούσαν ακόμη και τα αστέρια, τα βατράχια, τους γρύλλους. Στην ποταμίσια ησυχία μια συναρπαστική ουτοπία με έκανε οπιομανή της αγάπης σου. Έγραφα κάθε μέρα από μια ντουζίνα μισοναρκωμένα ποιήματα, και με φαντασιώσεις πιστοποιήσεων, ξαγρυπνούσα. Κανείς δεν μπορεί να κοιμηθεί μέσα στο ποίημά του. Κι ευτυχώς ο ανεμιστήρας στο ταβάνι προλάβαινε και στέγνωνε την υγρασία στα μάτια, πριν νοτίσει τις σελίδες. Μπορεί αδέξια να κατέγραφα από μνήμης, μέσα στα γραπτά μου, τις κινήσεις και τις χειρονομίες σου, την αδιέξοδη φιλυποψία σου,-taped live- τα τρίφυλλα, με μια ταχύτητα 200 χλμ/ τέταρτο και μια λίμπιντο σχεδόν οργασμική. Η καπνική μας μητέρα είναι θεά. Γκρίνιαζες τότε. Γκρινιάζεις και τώρα. Τασάκια στον τοίχο. Μια μέρα που σε χαστούκισα. Δεν ξέρω αν έκανα καλά που σε χαστούκισα αλλά οι συνωμοσιολογίες για τα θύματα της στατικής ζωής πληθαίνουν μέσα μου. Κι αυτή η παράδοξη βαθύνοια του βράχου που έχει εγκατασταθεί στο μυαλό μου συμπλέκεται με την πραγματολογία και τον φθεγγόμενο έρωτα, στο οριστικό άδειασμα- clearly misunderstood… Τραυματίστηκες και τραυματίστηκα, εν μέρει αποπνευματωμένοι, από τη μαυρίλα των πλημμελώς ερμηνευμένων. Από τη σκουριά των εξωηθικά μεταφρασμένων. Λούζερς. Αντίπερα σχηματίζεται ερήμην η ισότιμη ιστορία μας κι εδώ στα σκουπιδιάρικα, αδρανείς, στοιβαγμένοι στην κυλιόμενη ηθική στις κυλιόμενες αξίες παρατείνουμε και το μαύρο και το θάνατο.
Συνήθως εξακολουθείς να είσαι πεθαμένος. Συνήθως γενναιόδωρα.




Aφιερωμένο με αγάπη στον δάσκαλο,
θεατρικό συγγραφέα,
Γιώργη Χριστοφιλάκη,
για τη χαρά και τη συγκίνηση
που μου έδωσε με την επιστολή του.



* Tράνζιτο δωματίου