Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Γιώργος Βέης

ΑΝΑΙΡΕΣΗ (ΑΠΛΗ) ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

 
«Μέσα από τα φύλλα της πορτοκαλιάς
περνά η μέρα, καθαρίζει τα φτερά της
ασημένια λόγια αιωρούνται: μεσημέρι.
Με το δεξί χέρι δείχνεις τη θάλασσα,
μια απουσία ύλης, αύριο θα την πεις
αναχώρηση. Φυσάει,
τ’ αυτιά μου γέμισαν χώμα, φίλτρο αλήθειας.»
Έγραψα κι έμεινα εκεί.
Να θυμηθώ ακόμη να θυμηθώ:
«Τ’ αυτιά μου γέμισαν αλήθεια, φίλτρο άμμου
φυσάει, επιστροφή
μια παρουσία, η ύλη, αύριο θα την πεις
θάλασσα (πάλι και πάλι)
με το αριστερό χέρι δείχνω
τ’ ασημένια μου δευτερόλεπτα –
πώς κατρακυλούν, πώς επιστρέφουν εδώ που είμαι,
πρωινό στο Κάιρο, ή σκέψη Φολέγανδρος –
περνά το ίδιο γεράκι πάντα
καθαρίζει τα φτερά του στο απόβροχο
άχρονο.»
Γράφω και μένω εδώ
παρόν
ανεξάντλητο.

**

 
 
ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

 

Η μέρα προσπαθούσε ν’ αντέξει το βάρος της

σε λίγο θα έσπαγε στα δύο

εγώ μόλις την είδα έβγαλα αμέσως το σακάκι μου

για να την βοηθήσω —

«μη φοβάσαι» της λέω «να μου έχεις εμπιστοσύνη

την άλλη φορά έκοψα τα δάχτυλά μου

αλλά σε γλύτωσα την τελευταία στιγμή,

τώρα το πολύ-πολύ να γίνουμε ποίημα

ή σκόνη».

**



ΠΟΙΗΜΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ



Φάνηκε η παλιά εξέδρα,

ξύλο στο μάτι της θάλασσας.

Ομίχλη με γλάρους στ’ ανοιχτά

λαδοφάναρα στην παραλία

στους βράχους νεκροί πιλότοι θα μαζεύουν τις πυξίδες τους,

κομμάτια από σπασμένα τιμόνια, διαλυμένα όργανα

- οσμή καμένου χόρτου.

Μαντεύω το πρόσωπό μου

θα ξεκολλήσει σε λίγο απ’ το βυθό

θ’ ανέβει γεμάτο φύκια, αφρούς από χρυσάφι

με χείλη σκισμένα να σε βρει

λέξεις που έγιναν κοράλλια τρυπάνε τα μάγουλα

το μέτωπο έχει παντού ξεφλουδίσει

θα το διαβάσεις όμως σωστά μέσα στο πρωινό φως

φαίνονται καθαρά τα χρόνια, οι σημασίες

οι πληγές από τις Άρπυιες

κόκκινες σημαδούρες υποταγμένα γυάλινα κύματα

το πέλαγος μια υποψία ευλογίας

το σώμα ξέρει πώς να επιζεί μέσα στις θύελλες

να κερδίζεται ξανά μέσα στη φύση

θέλει πίσω τα όνειρά του

ό,τι του στέρησαν δύσκολοι καιροί.



Μαντεύω το πρόσωπό μου

ανεβαίνει γεμάτο αστέρια του βυθού

να σφραγίσει το δικό σου.

**


ΚΑΜΕΝΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ



Το πρωί ήταν όλα χιονισμένα

η πόλη έμπαινε στον ουρανό

το μισό μου χέρι έξω απ’ το παράθυρο

στον θαμπό ήλιο και το κοίταζα.

Γύρισα προς τη μεριά του σκύλου

Είδα κόκαλα και στάχτες

Πάνω στο τραπέζι τα σκισμένα χρόνια

οι φωτογραφίες απ’ τις διακοπές στη Σαντορίνη

σηκώθηκα να κάνω καφέ

με το ένα πόδι λειωμένο και

χύθηκε το νερό στο πάτωμα

βγήκαν να το μυρίσουν οι αδικοχαμένοι φίλοι

μέτρησα πόσες μέρες περίσσευαν

πόσες νύχτες μέχρι να’ ρθεις εσύ

με τα κλεμμένα φτερά των αγγέλων.

άπλωσα πάλι

να τρίψω το κεφάλι στις πέτρες του ύπνου

μήπως ξαναγίνω φωνή

πρόλαβα ν’ ακούσω το κουδούνι

νομίζω είπα «εμπρός, εδώ είμαι, είναι ανοικτά»

είχα κολλήσει στα σίδερα του κρεβατιού

ο τοίχος έγερνε, σαν θάλασσα ν’ ακουγόταν

πεύκα να λυγίζουν απ’ τον αέρα

και μουσική από πιάνο στ’ ανοικτά του κάβου —

είδα λέξεις να ζωγραφίζονται παντού

«σε θέλω» συλλάβισε στο παγωμένο μου αυτί.

Θα χιονίσει πάλι, ψιθύριζε το ραδιόφωνο.

**


Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ


Αλλά κι αν αύριο ξεραθούν όλα τα τοπία
θ’ αντέξουν πάλι τα μαλλιά μας, δεν θα γίνουν στάχτη
πάντα πιστό, λεπτό χρυσάφι βαθιά μέσα στις ρίγες
σοφία σκοτεινή στα φύλλα της μουριάς, στου σκοίνου

την ταπείνωση, καθώς ανοίγει ένα-ένα
τα όνειρα η δροσιά της αυγής το στόμα ξέρει
γεμίζει κεράσια πως ήμασταν χτες βράδυ μαζί
να διαβάζω, μου λες, τα ποιήματα σαν χρησμούς, ή

κτερίσματα φωτός, είναι το κέντρο σου παντού
μα η περιφέρεια πουθενά, εσωτερικό φεγγάρι,
η αλήθεια ένα κομμάτι ουρανός μάρμαρο

μια ζωή για να σκαλίσεις τα σωστά ονόματα
απόγονος της κοσμικής στάχτης, χιλιοκρύσταλλος
η σφραγίδα θολή, ακταιωρός στην άβυσσο.