Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Ναυπηγεία



 


















Εννενήντα μέρες μετά κατάφερα να πλύνω τα κοχύλια.
Ξαναζωντάνεψαν λες.
Μετά την έξωση, αυτό που ζήσαμε στα ναυπηγεία,
ήταν σκληρό. Απαίσιο.
Το μόνο που πρόλαβα να πάρω ήταν η γυάλα
και τα γράμματα.
Στην αρχή πέθαναν τα ψάρια.
Χωρίς οξυγόνο. Χωρίς τροφή.
Κι εσύ να κλαις.
Μετά τα λουλούδια.
Μας έμειναν τα κοχύλια. Βρόμικα.
Σταμάτησε ο χρόνος.
Ό, τι είχαμε ζήσει και αυτό που ζούμε
συναντήθηκαν σ’ έναν καθρέφτη.
Μα τα είδωλα, άγνωστα, ξένα.
Τελευταία, λίγο πριν μας διώξουν,
το σπίτι μύριζε φωτιά.
Όλα τα χαρτιά, τα βιβλία σου, καμένα.
Όλα τα σπίτια γύρω απ’ το σπίτι καμένα.
Όπου έφταναν τα μάτια μας καμένα.
Τελειωμένα.
Μπορούσαμε να προχωρήσουμε.
Χωρίς εσένα δεν έφευγα.
Καταφύγαμε στα παλιά ναυπηγεία.
Κολυμπούσαμε συχνά στο βυθό.
Είδαμε κάποτε ένα ναυάγιο. Μικρό καράβι
και γύρω γύρω κοράλλια.
Μικρό αλλά φωτισμένο.
Από τα φινιστρίνια έβγαινε ένα ζεστό φως.
Και φωνές χαρούμενες σαν κάποιος να γιόρταζε.
Εκείνη τη μέρα επιστρέψαμε και σκίσαμε τα γράμματα.
Σπάσαμε τη γυάλα θρύψαλα.
Αυτά νομίζαμε πως ήταν η ζωή μας.
Η γυάλα και τα γράμματα.
Την επομένη κολυμπήσαμε πιο βαθιά με φιάλες.
Πλησιάσαμε στο βυθισμένο καράβι.
Ήταν τόσο ζεστά και φωτεινά.
Αλλά μόλις πήγαμε να μπούμε
μια δίνη μας τράβαγε πιο κάτω.
Στη λάσπη του βυθού.
Τα σώματά μας βούλιαζαν στη λάσπη.
Μας ακινητοποιούσε και βάζαμε τόση δύναμη
να βγούμε από κει.
Φτάσαμε τόσο κοντά.
Σχεδόν νιώσαμε το φως στο πρόσωπο.
Αλλά όλο μας έπαιρνε η λάσπη πιο μέσα της.
Σήμερα το ξαναθυμήθηκα.
Φτάνει μαμά. Άσε με. Ξέρεις πόσα χρόνια
νόμιζα ότι φταίω εγώ;
Ποτέ δεν θα το ξεχάσουμε.
Σαν αρρώστια θα μας τρώει κάθε μέρα.
Ο ίδιος τρόμος από μια σταλιά παιδιά.
Σήμερα φτάσαμε στα σωστά είδωλα.
Το νερό μας έδειξε αυτό που έγινε ζωή μας.
Αυτό που αποφασίζουμε να ζήσουμε χωρίς εκπτώσεις.