Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Θανάσης Κούρτης, δύο ποιήματα









Ο ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ (ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΙΒΩΤΟ)


ΙΙ
Δύο φορές αφήσαμε περιστέρια ακολουθώντας την προαιώνια μέθοδο. Καί τις δύο επέστρεψαν νεκρά πάνω σ' ένα κομμάτι συρματόπλεγμα.

Καταλαβαίνεις... μεταξύ των άλλων... είχαμε αφήσει ανθρώπους εκεί έξω.
Δεν γινόταν αλλιώς.



**
*
***

TRANSFORMERS ΔΙΧΩΣ DISERTICONS


Έκλεινε τα μάτια της και προσποιούνταν πως ήταν μια άλλη. Παλιά της συνήθεια. Όταν με κοίταζε, προσπαθούσε να είναι αυτή που εγώ ήθελα (χωρίς να της το πω) να είναι για μένα... αλλά αυτό είναι μια παλιά ιστορία. Ας επιστρέψουμε στη συνήθειά της. Κάποιες φορές λοιπόν, δεν της έφτανε να είναι μια άλλη... Καταλαβαίνεις, δεν έβρισκε αψεγάδιαστο εαυτό απέναντι στους άλλους, απέναντι στον εαυτό της. Τότε προσποιούνταν πως ήταν διάφορα πράγματα: ένα παράθυρο, ένα δέντρο, μια θάλασσα, ένα σκισμένο εισιτήριο κάποιας ματαιωμένης διαδρομής, ο κούκος που έβγαινε απ' το παλιό ρολόι, ένα σύννεφο βαμμένο ηλιοβασίλεμα, μια υπόγεια μουσική...
Γάμησέ τα φίλε΄ μπερδεμένη υπόθεση. Κι είναι που επιθυμούσε διακαώς να βάλει σε μια τάξη τη ζωή της. Μού 'λεγε πως κάποτε όλοι θα καταλήξουμε σε ένα αντικείμενο μα όταν τη ρωτούσα, έκανε πως δεν ήξερε.

Όποτε την θυμάμαι τώρα, τρίζουν συθέμελα εκείνο το μικρό διαμερισματάκι στην Αθηνάς 7 στην Άνω Πόλη αλλά και όλα τα ξενοδοχεία της Καβάλας, όπου άνθισε και μαράζωσε ο έρωτάς μας.
Όσο για κείνο το αντικείμενο... μή με ρωτάς ούτ' εμένα. Όταν θ' απογίνουμε, δεν θά μαστε εδώ να δούμε τί τελικά απογίναμε. Άν και κάπου πάει το μυαλό μου.