Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Έvαs άvτpαs xωpis μάτια*



Ένας άντρας με ομπρέλα διέσχισε τον ουρανό.
Κάθε Πέμπτη μεσημέρι έμοιαζε στον Ιανό.
Την κορώνα του αφήνει στο χαράκι μιας σπηλιάς,
το μανδύα του πετάει, τον φωνάξαν: βασιλιάς!

Πάνω-πάνω στην ομπρέλα από λόγχη-ξυραφιά,
τρόχιζε νύχια κι αγκάθια, μία άγρια συννεφιά.
Ήρθαν κρύα καλοκαίρια, Αύγουστοι τυραννικοί.
Σ’ ένα δέντρο καταλήγει, μακριά απ’ τη «φυλακή».

Όλα εντός του σταυρωμένα από αβέβαιο χρησμό.
Εύχεται τη μοναξιά του μέχρι τον αφανισμό.
Αποφάσισε με λάζο να χαράζει ήχους-κραυγές,
απ’ τα φύλλα ως τη ρίζα, διάστικτος από πληγές.

Ρίμες- λίμες, όλες μάτια, έφτιαξαν τις διαδρομές.
Μα του φόβου οι ανάσες άνοιξαν παντού ρωγμές.
Μια βραδιά μ’ άρρητη τόλμη κοίταξε την αστραπή.
Στρέβλωσε όμως το βλέμμα, του θεού του η ριπή.

Ένας άντρας χωρίς μάτια, πέταξε ως τη Δαμασκό
Είχε τους ανέμους κόντρα, την αγάπη στον ασκό.
Δεν ξανάβαλε κορώνα, ούτε ομπρέλα πια κρατά.
Στο δεντράκι φτερουγίζει, περπατάει στα νερά.

*Μπαλάντα
(υπό τη γενικότερη αφηγηματική
λαϊκή έννοια)