Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Διονύσης Καψάλης, τέσσερα σονέτα






 













VI.


Αντέχω στο προσβλητικό ξημέρωμά σου
όταν το σώμα σου αρρωσταίνει από το πλήθος
ματιών που είδαν μα δεν γνώρισαν, κι ο μύθος
νεκρός, όταν το ρούχο πέφτει στα σφυρά σου.


Ανταποκρίνομαι στη διάρκεια της κραυγής σου
όταν ανοίγεις πέταλα κι οι κωπηλάτες
της ασυνάρτητης φυγής, σκαμμένες πλάτες,
σκιρτούν και χύνονται στο σχήμα της ροής σου.


Ποιος καταγράφει, μόνος, τα ονόματά σου-
σ' ένα κλειστό δωμάτιο τρέμει κι αφηγείται
τροπές της γύμνιας σου, τα εξανθήματά σου,


σ' ένα βουβό επιτάφιο: ενθάδε κείται
ο ανέραστος εργάτης του φιλιού της, στάσου
διαβάτη, μη μιλάς, ο τόπος εκδικείται.






VII.


Είναι που κυρτώνεις και της φωνής σου ο τόνος,
του λυρισμού η άδολη πορνογραφία,
όταν προσάγομαι γυμνός στην ιστορία
κι ασκεί στο στόμα σου την έφεσή μου ο πόνος


ν' αναληφθώ στον ουρανίσκο Σου, Κυρία:
μηρυκάζει γενεές του φιλιού σου η γνάθος
και μυρμιδόνες μαλακίζονται με πάθος
μες στη φωνή σου, μια βραχνή αθανασία.


Γράφεις στ' αυλάκια του εγκεφάλου μου αφηγήσεις
αιματηρών επαναστάσεων και σφαγείων,
στα κύτταρά μου ερεθίζεις αναμνήσεις,


αιφνίδιες λάμψεις στις γωνιές των υπογείων
διαβάσεων, όπου αντηχούν ακόμη οι ρήσεις
ηρώων που αθωώθηκαν, Τρώων κι Αργείων.




VIII.


Μέσα στο νου η σάρκα σου πληθαίνει,
τόσοι και τόσοι έγραψαν για σένα.
Γυναίκα απειρόγαμη, παρθένα
των στύσεών μας, τώρα, δοξασμένη,


άφησε το σονέτο να εισχωρήσει
περήφανο στο βάθος των αιώνων,
με την τριβή στο γράμμα των κανόνων
το φυλαγμένο πάθος του να χύσει,


το αρχαίο πνεύμα του. Κι αν ζαρωμένο
αναδυθεί μετά από τόση χρήση
συμβατικής απόλαυσης, στεμμένο


το χρίσμα σου ας πάει κι αυτό στα όσα
εξάντλησες. Άσε να σ' οδηγήσει
στην πλησμονή η γυμνασμένη γλώσσα.




XIII.


Όπως η μέρα που βραδιάζει και ο κόπος
του τελευταίου αφηγητή με ρίχνουν πίσω
από το σχήμα της ζωής μου, να γυρίσω
εκεί που πρώτα σημαδεύτηκεν ο τόπος


από σκυφτούς προσκυνητές, να μεταπείσω
τρελούς, φυγόδικους, πουτάνες, μετανάστες
που άφησαν πίσω τους πιο εύγλωττους δυνάστες
για νέους κόσμους σιωπηρούς, έτσι ν' αρχίσω


στ' άδειο τοπίο τ' ουρανού μιλώντας, δες το
που ναυαγεί στο φως, ναός, και κατεβάζει
δίκοπα λόγια η μηχανή του αιθέρα: έστω


η τελευταία ετούτη μέρα που βραδιάζει
ανέπαφη, λάφυρο της φωνής σου. Πες το
λοιπόν ελευθερία ό,τι σ' όνομάζει.




Ακόμη μια φορά
Άγρα 1986