Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Epωτιkή άσknσn για δύo






Αντάλλαξε τις υπερωρίες
με την έξαψη των φωνηέντων
Κάποια επιφωνήματα πρόδωσαν
τη δική μου περαστική προσφυγιά
στην παλάμη του

Τέτοιοι βίοι είναι γραμμένοι μέσα στο απόγευμά του
Πείτε του

Αλλοδαπός να περπατά στη μια όχθη του Γκουανταλκιβίρ
Ιθαγενής στην άλλη να οδηγεί το κίτρινο σαν να το διώχνει
σαν να το σπρώχνει στον Καιάδα

Τι να είμαι μέσα στο αίμα του πια;
Μια επαρχία ένα φουγάρο;
Ένα ξωκκλήσι ή σάπιο καϊκι;

Αμέριμνα κρεμαστός σαν κήπος
της Μουτάζα στην πιάτσα των ταξί
έκλαιγε πέθαινε δεν μπορούσε
χαμήλωνε το ραδιόφωνο
να ακούει μέσα από τα παράσιτα
της φωνής του τη θάλασσα

Δεν είχε πατέρα
Δεν είχε άνθρωπο
Κι αν έβρισκε κάπου θεό
αμέσως τον κράταγε από το μπράτσο
τον κράταγε όμηρο στην απληστία
του μαύρου του
που εγώ έφτανα αδιαπραγμάτευτα
χωρίς αιχμαλωσίες
σπουδαία κατεστραμμένη


Σ’ ένα μπορντέλο έλυσε τα μαλλιά του
αυτά πήραν ένα απρόβλεπτο σχήμα
Ξέχασε το πουκάμισό του
Σ’ έναν στρατώνα που έγινα τίποτα
κάποιος νυσταγμένος
με ρώτησε τι θέλω πάλι εκεί αγνοούμενη
στο στρατώνα έγινα τίποτα για να του
θυμίσω πως μια ελπίδα με έπληξε
κατάσαρκα σαν το σπέρμα του
Πείτε του

Ανόητη. Ανόητος.

Πίκρες από τα καμμένα
Λύπες από τα χαμένα
Τι θα κηδέψουμε πάλι απόψε
Στον μπιντέ ξοδέψαμε τόσο καλοκαίρι
Ανήλικα πανιά τα φτιάξαμε λατρείες

Προηγείται με την παράνομη στύση
Ακουλουθώ με τέσσερα πόδια

Στην αγορά των νεκρών σταχυών
Μας έκαναν πλύση οισοφάγου

Πείτε του να λούζεται στον Γκουανταλκιβίρ
Έτσι πείτε του