Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012













 

























Παρέμειναν στο θάνατο. Με όλα τα απαραίτητα.
Γερανοί κι ερωδιοί κόβονταν από τις λεπτομέρειες
ενός γυαλιού.
Περασμένες μέρες. Σαπισμένα πορτοκάλια.
Έτσι φαίνεται, έπρεπε να γίνουν τα πράγματα.
Στην αρχή έσκυβα αγνοώντας τα πρώτα τραύματα.
Η μπλε ταινία.


Αλλά κουράστηκα να μην ταράζει τίποτα τον ύπνο τους.
Σ’ ένα λεωφορείο τα βράδια, ένα λεωφορείο χωρίς οδηγό,
πήγαιν-έλα στο θάνατο. Άδεια η Αθήνα.
Χωρίς ανθρώπους. Μόνο άγρια σκυλιά.
Τώρα γνωρίζω τους δολοφόνους από τη μυρωδιά.
Η λευκή ταινία.


Κάποιες φορές πιστεύω πως μοιάζουν στους σκοπέλους.
Δείχνουν ένα κομματάκι της επικινδυνότητάς τους.
Μόνο την κορυφή. Το άλλο, το μεγαλύτερο, κρύβεται
κάτω από τη θάλασσα. Γιατί έπρεπε να είναι σκόπελοι
ή παγόβουνα αντί ατόλλες του ινδικού αρχιπελάγους.
Η κόκκινη ταινία.


Κουράστηκα με το ποτήρι.
Θα πιω από το μπουκάλι.
Είμαι καλά εδώ.
Η γάτα αποκοιμήθηκε
με τον Prokofiev
στα πόδια μου
γλείφοντας ένα
ψαροκόκαλο.


Κάθε που αντικρύζω εκείνο
το μαλακισμένο αστέρι έχω
την ψευδαίσθηση
ότι δεν υπάρχει ο χρόνος.
Και η αίρεση: τα τρία χρώματα
κανείς.